Header Painting by Agapi Hatzi

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007

Κρυφοί κόσμοι


























Όταν ήμουν μικρή, είχαμε στο εξοχικό ένα παλιό τροχόσπιτο. Μεγάλο τροχόσπιτο, τεράστιο. Πάντοτε αναρωτιόμουν, πώς ήταν δυνατόν να το σύρει αυτό ένα αυτοκίνητο της δεκαετίας του ’60. Οι γονείς μου όμως δεν το είχαν σύρει ποτέ. Ποτέ δεν είχε πραγματώσει τον σκοπό της δημιουργίας του. Είχε γίνει εξ αρχής υποκατάστατο ενός κοινού, σταθερού σπιτιού. Αρχικά το είχαν βάλει να στέκει μόνο του μέσα σ’ ένα άδειο κτήμα. Αυτές ήταν οι λιγοστές ημέρες της βασιλείας του. Πολύ σύντομα αναρτήθηκε στην βάση της οικοδομής κι έμεινε εφαπτόμενο στο κυρίως οίκημα. Ένα παραμελημένο κομμάτι του. Για την ακρίβεια, το κομμάτι της ντροπής του.

Λάτρευα το περιφρονημένο αυτό απ’ όλους μέρος του σπιτιού. Ήταν για μένα η φωλιά μου, ο ιδιαίτερος κόσμος ενός μικρού κοριτσιού. Είχε τα κρεβάτια του σε κουκέτες και με κουβέρτες κρεμασμένες απ’ το πάνω στο κάτω, γινόταν η τέλεια κρυψώνα. Εκεί έπαιζα στα κρυφά με τα στρατιωτάκια του μεγάλου μου αδελφού. Τα στρατιωτάκια, που απαγορευόταν να κρατώ στα χέρια μου. Εκείνα τα μικρά, τα πλαστικά, τα πράσινα…
Ήταν δικά του…

Πάντα μου άρεσε να κρύβομαι. Στα πάρτι και τις δεξιώσεις που μ’ έσερναν οι γονείς μου, όταν δεν είχαν πού να με αφήσουν, χωνόμουν κάτω απ’ τα τραπέζια με τα μακριά, άσπρα τραπεζομάντιλα. Παρατηρούσα τα παπούτσια των μεγάλων, όταν έπεφταν σαν λυσσασμένοι στους τεράστιους μπουφέδες και κρυφάκουγα τις πονηρές συζητήσεις τους πίσω απ’ το κροτάλισμα των μαχαιροπήρουνων πάνω στα παραγεμισμένα πιάτα. Ένοιωθα ευτυχής, που έμενα αθέατη. Μα πιο πολύ απ’ όλα μου άρεσε, που μπορούσα να τους κοιτάζω όλους από μία θέση, που κανείς ποτέ δεν κοίταζε κανέναν.

Πίσω στο παλιό τροχόσπιτο όμως.... Ο κόσμος αυτός του οικογενειακού μας περιθωρίου είχε άλλο ένα μαγικό σημείο: μία πολύ μικρή τουαλέτα. Καθόμουν τα μεσημέρια μου στη λεκάνη και χάζευα για ώρα την παλιά της πόρτα, την σχεδόν κολλημένη στο παιδικό πρόσωπό μου. Με τα χρόνια ξέφτιζαν μικρά-μικρά κομματάκια απ’ τη γαλάζια πλαστική επίστρωση και έμενε από κάτω το άσπρο, το χρώμα της βάσης. Πόσες μορφές σχηματίζονταν στα μάτια μου απ’ αυτό το φάγωμα του χρόνου… Γλάροι, πρόσωπα, φιγούρες, κύματα… Και μέρα με τη μέρα όλα άλλαζαν κι έπαιρναν άλλο σχήμα και με ταξίδευαν αλλού…

Η γιαγιά μου μαγείρευε στο μεταξύ φαγητά του καλοκαιριού -μπάμιες και φασολάκια- και μ’ έβγαζε με το ζόρι από ‘κεί μέσα. Με μουδιασμένα τα ποδαράκια μου καθόμουν να φάω και ταυτόχρονα διάβαζα Μίκυ Μάους. Και το τότε αγαπημένο μου: τις ιστορίες του Γερο-Στάθη. Μερικά χρόνια αργότερα, αυτός μετονομάστηκε σε Μπάρμπα Στάθη –είμαι σίγουρη πως είναι ο ίδιος- κι έγινε κι αυτός μπάμιες και φασολάκια… Κι εγώ στραπατσάδα…