Header Painting by Agapi Hatzi

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2007

Αλκοολισμός














Δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια της. Τα χέρια της έτρεμαν. Το οινόπνευμα είχε αρχίσει να επηρεάζει επικίνδυνα το νευρικό της σύστημα. Οι μυς της έφθιναν, τα πνευμόνια της έφραζαν από τις δεκάδες τσιγάρων που συνόδευαν το ανεξέλεγκτο πια μεθοκόπημα. Ολόκληρος ο οργανισμός της κατέρρεε και συμπαρέσυρε το πνεύμα. Δεν ήταν πια σε θέση να σκεφτεί καθαρά, ούτε τις λιγοστές στιγμές που ήταν νηφάλια. Η μνήμη της την πρόδιδε όλο και συχνότερα. Μπέρδευε τα λόγια της, έκανε αναγραμματισμούς, ξεχνούσε ακόμη και καθημερινές λέξεις.

Το μικρό της διαμέρισμα έμοιαζε με χοιροστάσιο, τα πιάτα στοιβάζονταν για βδομάδες στο νεροχύτη, μέχρι να την επισκεφθεί η μάνα της από το χωριό και να της τα πλύνει εκείνη. Έπινε πάντα σε μία κούπα του καφέ. Πάντα την ίδια. Όπως ήταν, άπλυτη. Της έχυνε μέσα μία πικρό καφέ και μία οτιδήποτε αλκοολούχο έπεφτε στα χέρια της. Σε κάθε πιθανή κρυψώνα του σπιτιού υπήρχαν χωμένα μπουκάλια, συνήθως άδεια. Οι κουρτίνες κιτρινισμένες, η ατμόσφαιρα πηχτή. Δεν αέριζε ποτέ. Την έπαιρνε ο ύπνος μεθυσμένη πάνω στον παλιό καναπέ με τα βγαλμένα άντερα. Δίπλα στις κούτες και τ΄ αποφάγια από πίτσες ημερών.

Δεν έτρωγε πολύ. Πότε-πότε μόνο δάγκωνε λίγο από κάποιο παλιοκαιρισμένο κομμάτι. Κι έπινε κάτι βιταμίνες, για να κοροϊδεύει τον εαυτό της, πως κάνει κάτι γι’ αυτόν, πως δήθεν τον νοιάζεται… Είχε μείνει πετσί και κόκαλο. Μία σκιά του παλιού της εαυτού. Και το δέρμα της είχε κι αυτό κιτρινίσει σαν τις κουρτίνες κι είχε γεράσει πρόωρα.

Το τηλέφωνο είχε από καιρό πάψει να χτυπάει, οι φίλοι είχαν κουραστεί απ’ την κατάντια και το άφημά της. Ένοιωθαν ανήμποροι να της προσφέρουν το παραμικρό, αλλά κι εκείνη δεν είχε τίποτα πια να τους δώσει. Είχαν όλα στερέψει. Έτσι κι αλλιώς τις περισσότερες φορές έδειχνε με κάθε τρόπο, πόσο την κούραζαν αυτές οι «κοινωνικές» επισκέψεις, όπως τις έλεγε. Προτιμούσε τη μοναξιά. Τουλάχιστον δεν χρειαζόταν να δείχνει χαρούμενη, ούτε ήταν υποχρεωμένη να ντύνεται και να φτιάχνεται για τα μάτια κανενός. Γιατί μέσα στη μέθη της σερνόταν ακόμα κάποιος τραυματισμένος ναρκισσισμός και δεν ήθελε να την βλέπουν οι άλλοι στα μαύρα της τα χάλια. Γι’ αυτό εξάλλου είχε σταματήσει να βγαίνει κι από το σπίτι. Το έκανε σπανίως, μόνο όταν ήταν απόλυτη ανάγκη.

Πώς άραγε είχε φτάσει μέχρι εκεί; Ούτε που είχε καταλάβει. Στην αρχή έπινε απλώς, γιατί βαριόταν. Και γιατί όλα της φαίνονταν ανούσια και μάταια. Χαζά… Με τον καιρό της έγινε συνήθεια. Παραμελούσε τις καθημερινές ασχολίες της, τον εαυτό της, ακύρωνε ραντεβού, ξεχνούσε γενέθλια και γιορτές, κοιμόταν όλη μέρα...

Ώσπου ήρθε εκείνος. Εκείνος που νόμιζε, πως θα της άλλαζε τη ζωή. Που μπορούσε να κάθεται να τον ακούει για ώρες. Και σαν κοιμόταν να τον χαζεύει μέχρι να ξημερώσει. Όμως κι εκείνος έφυγε. Δεν άντεχε αυτήν τη μονοτονία του «Μόνοι, μαζί, συνέχεια, μέσα…» Ούτε την αγάπη της άντεχε: του είχε γίνει στενός κορσές. Άσε που του έκανε αφόρητες σκηνές ζήλιας. Κόλαση. Ήταν προδιαγεγραμμένη η πορεία αυτής της σχέσης, δεν υποφερόταν από κανέναν για πολύ.

Εκείνη τον είχε αποχαιρετήσει με προσποιητή αδιαφορία στην πόρτα του διαμερίσματός της. Μόλις την έκλεισε όμως, πέταξε απελπισμένη πάνω της ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Μετά σύρθηκε κλαίγοντας μπροστά απ’ την πόρτα και έγλυψε το χυμένο κρασί από το πάτωμα, μέχρι που τα χείλη της έγιναν μαβιά. Δεν ξανασηκώθηκε ποτέ…