Header Painting by Agapi Hatzi

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2007

Ο ταξιδιώτης














Αναρωτιόταν, αν χαραμίζει τις μέρες του σε άσκοπες περιπλανήσεις.
Ταξίδια εξωτικά σε άνυδρους τόπους, εχθρικούς, απάνθρωπους.
Κάθε ημέρα έλιωνε κάτω απ’ τον πυρακτωμένο ήλιο.
Κάθε νύχτα έτρεμε μονάχος στην παγωνιά της ερήμου.
Ταξίδι χωρίς επιστροφή προς την αφετηρία…
Έπρεπε να περπατήσει μέχρι εκεί, που θα συναντούσε πάλι κάποια ζώσα ψυχή.

Τόσον καιρό συντροφιά τού κρατούσαν μονάχα τα φίδια και τα όρνεα.
Τα φίδια ήξερε να τ’ αποφεύγει.
Το μάτι του έπιανε την παραμικρή τους κίνηση μέσα στο ακίνητο τοπίο.

Τα όρνεα όμως καραδοκούσαν ένα παραπάτημά του, μία αδυναμία του.
Τη στιγμή του ονείρου θα κατέβαιναν να του σκίσουν τις σάρκες.
Δεν θα τον άφηναν να πεθάνει, όχι.
Μόνο τους μέλημα να τον επαναφέρουν στον εφιάλτη αυτού του τρομακτικού ταξιδιού.
Να μην κλείνει τα μάτια, να μην αναπαύεται ποτέ.

Περιφέρονταν αδιάκοπα πάνω απ’ το κεφάλι του,
τον ήθελαν όμηρο στη μοίρα τη δική τους,
τη μοίρα που τα γέννησε σε τούτον τον καταραμένο τόπο.
Μόλις πλησίαζε κάποιο χωριό, έπεφταν πάνω του με μανία,
τον αποπροσανατόλιζαν για ακόμα μία φορά.
«Όχι, κανείς δεν ξεφεύγει από ‘δώ», έμοιαζαν να κράζουν χαιρέκακα.

Όμως ήταν μόνο πουλιά κι αυτός έμπειρος πια ταξιδιώτης.
Του άρεσε απλά να περνάει δοκιμασίες, να κινδυνεύει, να αναζητά τα όριά του.
Και είχε καλά φυλαγμένους τους χάρτες στο σακίδιό του.
Δεν θα χανόταν ποτέ οριστικά…