Header Painting by Agapi Hatzi

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2017

Η τέλεια Φύση


Λένε πως αν δεν έκανε ό,τι έκανε ο άνθρωπος στην πορεία της ιστορίας του ως γένος, δεν θα εξελισσόταν, πως θα ‘μασταν ακόμα μαϊμούδες πάνω στα δέντρα. Αυτό όμως θα συνέβαινε μόνο αν η Φύση μας είχε προορίσει να μείνουμε μαϊμούδες. Οι μαϊμούδες έμειναν όντως μαϊμούδες, γιατί έτσι είναι φτιαγμένες. Εμείς «εξελιχθήκαμε», γιατί είμαστε αλλιώς. Όχι καλύτεροι, όχι χειρότεροι: αλλιώς.

Θα μου πείτε: «Χρησιμοποιήσαμε όμως τις δυνατότητες που μας χάρισε η Φύση για να εξελιχθούμε». Τις χρησιμοποιήσαμε με έναν τρόπο, ίσως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Αντί να βιώσουμε την ήδη τέλεια φύση μας, εμείς μπήκαμε εξ αρχής στο τριπάκι να την ανταγωνιστούμε. Να κάνουμε ό,τι ήδη υπήρχε με τον «δικό» μας τρόπο.

Κι αυτό το κάναμε μιμούμενοι κι εκμεταλλευόμενοι την Φύση: «κλέβοντας» τις «ιδέες» της, χρησιμοποιώντας τα «υλικά» της, αντικαθιστώντας τα τέλεια δικά της με τις ατελείς απομιμήσεις μας και σταδιακά καταστρέφοντάς την -δεν είμαστε σε θέση να την καταστρέψουμε, αν «ήθελε» θα μας αποτίναζε ανά πάσα στιγμή.-, αλλά κάνουμε ό,τι μπορούμε.

Και θα μου πείτε πάλι: «Η Φύση δεν έχει αεροπλάνα, θα ήμασταν καρφωμένοι στον τόπο που γεννηθήκαμε. Η Φύση δεν έχει Ίντερνετ, δεν θα μαθαίναμε ποτέ τι σκέπτεται ένας άλλος άνθρωπος στην άλλη άκρη της γης. Η Φύση δεν έχει τηλεσκόπια, ούτε μικροσκόπια να μελετήσουμε όσα οι αισθήσεις μας αδυνατούν να αντιληφθούν».

Ναι, η Φύση έχει άλλους τρόπους να τα κάνει αυτά, μόνο που εμείς δεν προσπαθήσαμε επαρκώς να τους αναζητήσουμε, γιατί –όπως προείπον- θέλαμε να την ανταγωνιστούμε, όχι να ολοκληρωθούμε μέσα σε και από αυτήν. Αν εμβαθύναμε π.χ. στην εσώτερη φύση των πουλιών και όχι στη μηχανική των φτερών τους, ίσως μαθαίναμε να πετάμε οι ίδιοι. Ίσως καταφέρναμε όπως αυτά ή όπως τα ψάρια να επικοινωνούμε τηλεπαθητικά -άγνωστο ακόμα πώς. Ίσως μαθαίναμε από τα φυτά να στρεφόμαστε πάντα προς τον ήλιο για ενέργεια, προς τη γη για τροφή -ξέρετε, η Φύση δημιουργούσε ανέκαθεν τη ζούγκλα χωρίς τη φροντίδα μας, χωρίς λιπάσματα και ποτιστικά συστήματα.

Ίσως πάλι αρκούμασταν σ' αυτό που είμαστε.

Ο Άνθρωπος αρνήθηκε την τέλεια Φύση (του) για να φτιάξει μια ατελή δική του πραγματικότητα και νιώθει πως αν δεν το είχε κάνει, θα ήταν ένα «Τίποτα», ένα ακόμα «ηλίθιο» ζώο. Ίσως όμως τα ζώα απλά να μη νιώθουν την ανάγκη να αλλάξουν κάτι, ίσως εκεί έγκειται η ουσιαστική διαφορά μας. Εμείς γεννηθήκαμε με αυτήν την ανάγκη, γεννηθήκαμε με την ανάγκη να γίνουμε θεοί, μόνο που μπερδευτήκαμε λίγο: θελήσαμε να γίνουμε θεοί στη θέση του Θεού –Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη-, θελήσαμε να γίνουμε κακέκτυπα του Θεού, ενώ από τη Φύση μας είμαστε ο Θεός, η Φύση –η ορατή και η αόρατη- είναι ο Θεός κι εμείς ήμασταν ανέκαθεν «μέτοχοι».

Αλλά κι αυτό το χαρακτηριστικό μας είναι δοσμένο από τη Φύση: αυτή η αντίστασή μας, αυτή η ανταγωνιστικότητά μας, ίσως είναι ένα τέχνασμα της Φύσης για να «παίξει», για να «βιώσει» μέσα από εμάς την αίσθηση του να μην είναι τέλεια…

Ίσως πάλι για εμάς, να είναι ένα στάδιο πριν την ολοκλήρωσή μας· μέχρι να μάθουμε να απολαμβάνουμε την τέλεια αυθεντική μας φύση.


Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2017

Ασκόπως...


Οι άνθρωποι κάνουμε συνέχεια κάτι για να πετύχουμε κάτι άλλο. 
Σπανίως κάνουμε κάτι γι’ αυτό το ίδιο.

Σπουδάζουμε για να πάρουμε πτυχίο ή/και να βρούμε δουλειά, 
εργαζόμαστε για να βγάλουμε λεφτά, 
βγαίνουμε ή ξεκουραζόμαστε για να «γεμίσουμε τις μπαταρίες». 
Ακόμα και μπάνιο στη θάλασσα, κάνουμε επειδή «μας κάνει καλό», όχι επειδή γουστάρουμε.

Από τα πάντα προσδοκούμε κάποιο μεταγενέστερο «όφελος».

Από αυτήν την μετατόπιση της ζωής ξεκινά η δυστυχία του ανθρώπου. 
Και συνεχίζεται με την προσκόλλησή του στα κεκτημένα «οφέλη».

Η χαρά των παιδιών πάλι κρύβεται ακριβώς στο ότι δεν κάνουν τίποτα προσδοκώντας κάτι άλλο.
Όλα τα κάνουν γιατί τους αρέσει να τα κάνουν. 
Παίζουν για να παίξουν.
Και παίζουν με οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά τους. 
Ένα κλαδί το κάνουν σπαθί και τόξο, 
πετάνε πέτρες με δεξιοτεχνία στο νερό να κάνουν «ψαράκια»,  
χοροπηδάνε και κάνουν τούμπες, 
χτίζουν κάστρα στην άμμο…

Κι όλα αυτά τα κάνουν με τη μεγαλύτερη προσήλωση του κόσμου…

Ασκόπως, μα δίνοντας όλο τους το είναι, τον καλύτερό τους εαυτό, 
βάζοντας στο παιχνίδι όλες τους τις γνώσεις, τη φαντασία, όλες τους τις δυνάμεις…

Αυτό είναι η λεγόμενη «ευτυχία της στιγμής» 
κι ακόμα κι αν δεχθούμε πως «Η ευτυχία είναι στιγμές» και όχι απόφαση, 
πάλι στον ίδιο παρονομαστή καταλήγουμε...


Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2017

Εθελοντισμός: Εσύ θα βγεις κερδισμένος!


Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους στην Ελλάδα που πάσχουν από δύο προβλήματα ταυτοχρόνως: α(ν)εργία και ανία.

Oι περισσότεροι απ' αυτούς δε μπορούν να βρουν δουλειά, αρκετοί θεωρούν πως στην Ελλάδα της κρίσης δεν αξίζει να εργάζεσαι, κάποιες νοικοκυρές και εύποροι δεν έχουν δουλέψει ποτέ από πεποίθηση, είναι και οι συνταξιούχοι…

Συχνά, όλοι αυτοί οδηγούνται και στην κατάθλιψη.

Από την άλλη υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που όχι απλώς είναι άνεργοι, είναι και πάρα πολύ ταλαιπωρημένοι -πολύ πιο ταλαιπωρημένοι από το μέσο Έλληνα:

  • είναι αυτοί που έχουν χάσει για κάποιον λόγο ό,τι είχαν και δεν είχαν σ’ αυτήν τη ζωή και μένουν στους δρόμους,
  • είναι οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες πολέμου,
  • είναι άνθρωποι με σοβαρές ή/και ανίατες ασθένειες,
  • είναι παιδιά ορφανά ή με σοβαρά εκ γενετής προβλήματα υγείας,
  • είναι εγκαταλελειμμένοι ηλικιωμένοι,
  • είναι θύματα βίας ή trafficking,
  • είναι εξαρτημένα άτομα,
είναι πολλές οι κατηγορίες ανθρώπων με πολύ σοβαρά προβλήματα που χρήζουν βοήθειας.
Είναι ακόμα και τα αδέσποτα, τα τραυματισμένα, τα κακοποιημένα ή τα υπό εξαφάνιση ζώα.
Είναι και το βασανισμένο περιβάλλον…
Είναι η παιδεία και ο πολιτισμός…

Σε όλους αυτούς τους τομείς, ένας Έλληνας που υποφέρει από τη γενικευμένη άσχημη οικονομική κατάσταση -και από ανία-, μπορεί να δώσει και να πάρει πολλά.

Η δυνατότητα να «δώσει» φαντάζομαι πως είναι σαφής. Κι αν κάποιος δε μπορεί να φανταστεί πώς μπορεί να δώσει, υπάρχουν εκατοντάδες σύλλογοι και ΜΚΟ στις οποίες μπορεί να απευθυνθεί, ώστε να του τονώσουν τη φαντασία.

Οι δυνατότητες να «πάρει» είναι όμως κι αυτές πολλές, κι εδώ είναι που δε λειτουργεί καθόλου η φαντασία μας –ούτε καν η λογική μας:

1. Θα πάψει να βαριέται, γιατί απλούστατα θα κάνει «κάτι».
2. Θα έχει μία αίσθηση ανάτασης ή/και ευχαρίστησης, γιατί αυτό το «κάτι» δεν θα έχει ως κίνητρο εγωιστικά οφέλη, αλλά θα συνεισφέρει στο γενικότερο καλό.
3. Θα αξιοποιήσει ένα μέρος από το δυναμικό του, τις γνώσεις του, τη δημιουργικότητά του, αντί να μένει άπραγος.
4. Θα εμπλουτίσει την κοινωνική του ζωή, εφόσον θα έρχεται σε επαφή με άλλους ανθρώπους.
5. Θα ακούσει καινούρια πράγματα και ιδέες, θα βιώσει πιθανώς πρωτόγνωρα συναισθήματα, σε πολλές περιπτώσεις θα διασκεδάσει κιόλας.
6. Μέσα απ’ όλες αυτές τις κοινωνικές επαφές, ενδέχεται να βρει και κάποια κανονική δουλειά ή να σκεφτεί να κάνει κάτι, που ούτε που του περνούσε από το μυαλό καθήμενος στο σπίτι και χαζεύοντας TV ή τα social media.
7. Θα γίνει καλύτερος άνθρωπος.

Χρειάζεστε κι άλλα επιχειρήματα;


Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2017

Δράση αντί αντίδραση


"Η υγεία και η ευτυχία είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων" - Επίκουρος

Κι αυτό σημαίνει πως όταν ένας άνθρωπος αρρωσταίνει ή νιώθει ψυχολογικά άσχημα, κάτι δεν πηγαίνει καλά στη ζωή του...

Κι εφόσον υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι υπό κακές "εξωτερικές" συνθήκες παραμένουν καλά, ενώ άλλοι υπό εξαιρετικά καλές συνθήκες φθίνουν, σημαίνει πως η υγεία και η ευτυχία μας εξαρτάται κυρίως από εμάς τους ίδιους.

Οπότε, την επόμενη φορά που θα γκρινιάξουμε για τα προβλήματά μας, ας αναλογιστούμε μήπως κάτι δεν κάνουμε εμείς καλά.

Ακούω π.χ. τελευταίως ότι στην Ελλάδα της κρίσης, έχουν "σαπίσει" τα χαμόγελα, γιατί δεν έχουμε χρήματα να πάμε στον οδοντίατρο. Έχουμε όμως χρήματα για να τρώμε γλυκά, να πίνουμε αναψυκτικά και ποτά, να καπνίζουμε ή να πίνουμε μαύρο και να καταστρέφουμε έτσι συστηματικά τα δόντια μας.

Και αν είχαμε χρήματα, θα βρίσκαμε το χρόνο να πηγαίνουμε κάθε λίγο και λιγάκι στον οδοντίατρο, αλλά δεν βρίσκουμε 10' την ημέρα για να φροντίζουμε τα δόντια μας όπως πρέπει.

Κι αυτό το παράδειγμα μπορεί να αναχθεί στα πάντα: πρόληψη αντί θεραπεία, δράση αντί αντίδραση.




Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2017

Διαλιέχτε...


Μας λένε συνέχεια, πως τα ωραιότερα μονοπάτια τα ανοίγεις με κάθε σου βήμα· αυτό μπορεί να είναι αλήθεια, μπορεί όμως να ανοίξεις κι έναν κατσικόδρομο που οδηγεί στο πουθενά. Σε κάθε περίπτωση χάνεις χρόνο.

Υπάρχουν τόσα πεπατημένα μονοπάτια που μπορεί να περπατήσει κανείς σχεδόν άφοβα… μιας και είναι πεπατημένα και μπορείς να δεις reviews από ανθρώπους που τα έχουν ήδη περπατήσει: τις ίδιες τις ζωές τους, την εξέλιξή τους, τη βιογραφία τους.

Μπορείς εξάλλου να ανατρέξεις σε πηγές, να τα μελετήσεις, να τα δοκιμάσεις, να τα ασπαστείς ή να τα αρνηθείς.  

Δε λέω να ακολουθείς την «πεπατημένη», η πεπατημένη είναι ο δρόμος των πολλών. Λέω όμως πως δεν χρειάζεται κάθε άνθρωπος να ανακαλύπτει εξ αρχής τον τροχό· η συλλογική γνώση είναι εκεί, μια τεράστια δεξαμενή, απ’ όπου μπορείς να αντλήσεις τα πάντα, εσύ επιλέγεις.

---

Χρόνια τώρα προσπαθώ μέσα μου να ερμηνεύσω μια κάποια αποστροφή που έχω προς το διάβασμα -το διάβασμα το γενικώς και αορίστως, το ό,τι πέσει στα χέρια μας-, ενώ από την άλλη θεωρώ πως το διάβασμα ως διαδικασία είναι πολύ εμπνευστική, μία πολύτιμη άσκηση του νου και της φαντασίας.

Αυτή η ακαθόριστη λοιπόν αποστροφή μου βασίζεται κατ' αρχάς στο γεγονός, πως γνωρίζω πολλούς ανθρώπους που διαβάζουν πολύ και παρ' όλ' αυτά έχουν μυαλό στόκο. Πιθανότατα, αν δεν διάβαζαν βέβαια να ήταν το μυαλό τους μπετόν, ντουβάρι να σπας πάνω του καρύδες.

Κατά δεύτερον, φοβάμαι πως μπερδεύονται. Πολλή πληροφορία, ετερόκλητη, αντιφατική, κι εντέλει άγονη.

Νομίζω λοιπόν, πως ο άνθρωπος καλό είναι να διαβάζει πολλά διαφορετικά πράγματα στην εφηβεία και την πρώτη νεότητά του, αλλά αργότερα καλύτερο είναι να επιλέξει ένα «μονοπάτι», ό,τι του ταιριάζει περισσότερο και να εμβαθύνει σ’ αυτό. Αλλιώς τσαλαβουτάει από 'δώ κι από 'κεί, γίνεται και το διάβασμα μια «διασκέδαση», ήτοι το αντίθετο της εστίασης, της συγκέντρωσης· ένα σκόρπισμα του νου.

---

Αν πρέπει σώνει και καλά να βάλω επίλογο σ’ αυτό το μικρό ποστ, προτείνω σ’ όποιον θέλει να εξελιχθεί μέσα σ’ αυτήν τη ζωή -και όχι στην επόμενη-, τόσο που να μονολογήσει πεθαίνοντας «Καλά ήταν, έζησα μια ζωή ωραία, γεμάτη, είμαι ικανοποιημένος», να επιλέξει κάποιο μονοπάτι που του αρέσει και να το περπατήσει μέχρι το τέλος του, να το βιώσει ως το μεδούλι. Μετά μπορεί ενδεχομένως να πάρει κάποιο άλλο, που θα τον πάει ακόμα πιο πέρα.


Έτσι μεταμορφωνόμαστε όμως… βουτώντας στα βαθιά, όχι κάνοντας απλωτές από τη μία άκρη της παραλίας μέχρι την άλλη.