Header Painting by Agapi Hatzi

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

Μοιραία

Η 3 parties a day μου ζήτησε να φτιάξω μία ιστορία με τις λέξεις

αναισθησία, βολίδα, γαλήνη, δειλινό και ενεδρεύω.

Την ευχαριστώ για την πρόκληση και ιδού η ιστορία:















Ήταν τέλος καλοκαιριού και τα πάντα υπόσχονταν ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο. Καθισμένη αναπαυτικά στη θέση του συνοδηγού, απολάμβανε ευτυχισμένη τη διαδρομή και τα πανέμορφα χρώματα του δειλινού. Αυτή η ώρα πάντα τη συγκινούσε. Μούχρωμα, την έλεγε Εκείνος: «Η φύση εκφράζει εικαστικά το αίσθημα της χαρμολύπης», της είχε ψιθυρίσει κάποτε στ’ αυτί…

Είχε συμβεί αυτό που τόσα χρόνια περίμενε. Ο αγαπημένος της είχε επιτέλους χωρίσει την παλιά του γυναίκα. Παρασκευή μεσημέρι είχε χτυπήσει το τηλέφωνό της: «Αγάπη μου, φεύγουμε» της είχε πει. «Δυο μερούλες μόνοι μας, στο εξοχικό. Θέλεις;» Αν ήθελε… Θεέ μου, πόσο ήθελε… Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Πώς θα το έκαναν όμως αυτό; Η γυναίκα του ήταν πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Το ένοιωθε παρ' όλ' αυτά μέσα της, πως κάτι είχε αλλάξει. Πως η τύχη της είχε επιτέλους αλλάξει.

Πέρασε και την πήρε με το αυτοκίνητο του από το σπίτι. Άλλο παράξενο… Συνήθως της έδινε ραντεβού κάπου απομακρυσμένα, κάπου κρυφά. Δεν ήθελε να τον πάρει κανένα μάτι στη γειτονιά της. Ήταν γνωστές με τη γυναίκα του, τις είχε συστήσει ο ίδιος σε ένα πάρτι με την μεγαλύτερη απάθεια του κόσμου: «Από ‘δώ η Λήδα, μωρό μου» είχε πει απευθυνόμενος στη γυναίκα του και κοιτάζοντάς την με εκείνη τη γλυκερή τρυφερότητα του άπιστου άντρα. Η Λήδα είχε θυμώσει. Άπλωσε το χέρι της νευρικά, μουρμούρισε ένα «Χαίρω πολύ» με χαμηλωμένο το κεφάλι και προσποιήθηκε πως έπρεπε να κάνει ένα επείγον τηλεφώνημα. Πώς διάολο το έπαιζε επιτέλους ο παλιοψεύτης; Κι εκείνο το «μωρό μου» στο λαιμό της είχε κάτσει…

Η γυναίκα του δεν έδειχνε να παίρνει χαμπάρι, όμως ήταν σαφείς οι μπηχτές της κάθε φορά που ο Ν αναφερόταν στο άτομό της, καθώς και οι γυναικείες επινοήσεις της όποτε αυτός ήθελε να βγει αναίτια από το σπίτι. Η Λήδα εκνευριζόταν και την αποκαλούσε Κατίνα. Δεν ένοιωθε καμία ενοχή απέναντί της. Για την ακρίβεια διακατεχόταν από μια βαθιά και πλήρη αναισθησία. Στην ουσία δεν την σκεπτόταν ποτέ ως ξεχωριστή οντότητα, το μόνο που αντιπροσώπευε στο μυαλό της ήταν ένα άψυχο εμπόδιο προς την εκπλήρωση των δικών της ονείρων.

Τώρα όμως όλα αυτά είχαν πια τελειώσει. Τώρα ήταν κοντά του, ήταν μαζί του, ήταν δικός της. Καθόταν εκεί δίπλα του, δίπλα στον οδηγό της ζωής της, και τού ‘ριχνε ονειροπόλες, κλεφτές ματιές. Πόσα θα έκαναν τώρα οι δυο τους μαζί… Τώρα που είχαν μείνει μόνοι, εκείνοι κι ο δρόμος προς την ευτυχία…

Δεν είχε προλάβει να πάρει τα ερωτευμένα μάτια της από το πρόσωπό του, όταν ένοιωσε ένα δυνατό ρεύμα αέρα, σαν μια βολίδα να περνούσε από δίπλα τους και να έσκαγε λίγα μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητό τους. Δεν ένοιωσε τίποτα, δεν κατάλαβε τίποτα. Την αγκάλιασε μονάχα εκείνο το γνωστό αίσθημα, που έθρεφε τόσα χρόνια για τη γυναίκα του Ν: αναισθησία… Και κάτι ακόμα: μία παρουσία, μία αύρα να ενεδρεύει κρυμμένη πίσω από το πλήθος, που μαζεύτηκε γύρω τους. Από πού εμφανίστηκαν όλοι αυτοί ξαφνικά;

Παρακολούθησε μέσα από κλειστά βλέφαρα τη σκοτεινή αντρική φιγούρα να πλησιάζει και να της απλώνει το χέρι. Η έκφρασή του μαρτυρούσε ανυπομονησία. Και κάποια αμυδρή ειρωνεία… Είδε να περνά μέσα από το βλέμμα του ολόκληρη η ζωή της. Είδε τα χρόνια της ευτυχίας της να σβήνουν από το χάρτη του μέλλοντος. Είδε και το θλιμμένο πρόσωπο μίας γνώριμης γυναίκας. Τα χείλη της σχημάτισαν μία σβηστή συγγνώμη. Μετά η σκέψη της σκεπάστηκε από τους μακρινούς ήχους ενός ασθενοφόρου και από έναν γενικευμένο ψίθυρο: «Είναι ζωντανός… ο άντρας είναι ζωντανός». Αφέθηκε… Για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της την τύλιγε με το μενεξεδένιο πέπλο της η γαλήνη