Header Painting by Agapi Hatzi
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Potraits. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Potraits. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 22, 2014

Λαθραία ζωή




Έψαχνε από παιδί να ξεφύγει από τη «μοίρα» που κάποτε την έλεγαν επιλογή θεών,
απ’ ό,τι φαίνεται όμως την είχαν προαποφασίσει γι’ αυτόν οι γονείς που του έλαχαν,
η χώρα και η κοινωνία μες στην οποία τον πέταξε πριν αρκετά χρόνια η τύχη
-αυτή ναι, είναι θεά, άξια πολλών σπονδών και θυσιών-,
αλλά και οι δικές του προδιαγραφές όπως προδιαγράφηκαν μέσα στο προδεδικασμένο περιβάλλον…

«Χμμμμ…», σκεφτόταν καθώς τρανταζόταν από ένα απότομο φρενάρισμα του τραμ,
«…πρέπει να κάνω κάτι άλλο… αύριο όμως…».

Ήτανε καλοκαίρι, οι μασχάλες του κόλλαγαν, ίσως να μύριζαν κιόλας λιγάκι,
ένιωθε ένα ανεπαίσθητο φτερούγισμα στο στομάχι, ένα άγχος υπαρξιακό,
και ταυτοχρόνως μια τεράστια επιθυμία χωρίς συγκεκριμένο «παραλήπτη»…

Κατέβηκε στον άδειο του Αυγούστου δρόμο,
οι περισσότεροι ρούφαγαν τώρα ποτά με ομπρελίτσες κάτω από ψάθινες ομπρελίτσες
και «υπό την κοινή ομπρέλα της άγνοιάς τους»,
σκέφθηκε με αηδία κατευθυνόμενος προς το αγαπημένο του βιβλιοπωλείο, στο κέντρο της πόλης…
Τα βιβλία, οι σιωπηλοί του φίλοι τον περίμεναν πάντα υπομονετικά, ποτέ δεν του τηλεφωνούσαν,
ούτε τον πίεζαν, και το σπιτάκι τους απέπνεε μια ανακουφιστικά απόμακρη δροσιά…
έως και παγερή όταν τσίτωναν οι υπάλληλοι τα air condition.

Το αμέσως επόμενο αγαπημένο του στέκι ήταν μπροστά στα ψυγεία των super market…
διάλεγε με τις ώρες γιαούρτια κι αποβουτυρωμένα γάλατα…

Καθισμένος σ’ ένα αναπαυτικό σκαμπό, μπροστά από τα ράφια της αστρολογίας
–ποιος θα περίμενε κάτι τέτοιο από έναν άνθρωπο της διανόησης;-
ξεφύλλιζε μηχανικά κάτι «χάρτες», φίσκα στους εφαπτόμενους κύκλους και τα ζωδιακά σύμβολα…
Αυτά τα ελάχιστα συναρμολογούσαν τον κόσμο ολόκληρο, μια υπέροχη κατά την άποψή του αλληγορία,
ένας κόσμος συμπυκνωμένος, εύπεπτος και πάνω απ’ όλα προβλέψιμος.
Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς;

Και παραλλήλως προσπαθούσε να θυμηθεί τα δικά του…
Η μνήμη του ρέταρε απελπιστικά τελευταίως, τι τελευταίως δηλαδή,
εδώ είχε χάσει ολόκληρο κεφάλαιο, όλα τα χρόνια από τα 3 μέχρι τα 12 περίπου, κενό.

Κάποια ψυ -έτσι αποκαλούσε τους διάφορους ψυ (-χολόγους, -ίατρους, -χοθεραπευτές),
που τους είχε φάει με το κουτάλι-,
και την οποία τού την είχε παραχωρήσει δωρεάν το κράτος λόγω ασθενείας
-τις επαγγελματικές της υπηρεσίες, όχι την ίδια, παρόλο που αυτό θα ήταν μάλλον πιο αποδοτικό-,
του είχε πει πως πιθανώς να τον παρενοχλούσε σεξουαλικώς η μητέρα του
και γι’ αυτό το μυαλό του είχε αποφασίσει να σκίσει μερικές σελίδες από το βιβλίο της ζωής του.

Ε ναι, ένα βιβλίο ήταν κι αυτός, τι άλλο;
Ένα βιβλίο κακογραμμένο από μια μάνα υπερβολικά νέα για παιδιά, έναν πατέρα στην κοσμάρα του,
έναν αδελφό προσωποποιημένο τίποτα, φίλους ανύπαρκτους και πολλές, υπερβολικά πολλές κακές γκόμενες.
Μ’ αυτούς τους όρους σκεπτόταν… ήταν περιορισμένης ευθύνης η ψυχή του, ήταν πάντοτε έρμαιο,
των άλλων, των καταστάσεων, της τύχης κυρίως, α ναι, το ξαναείπαμε αυτό…
Συχνά επαναλαμβανόταν, ιδίως μες στο κεφάλι του γυρόφερνε τις ίδιες ατάκες από τότε που…
θυμόταν. Από τα 12 δηλαδή.

Αυτό που τον απασχολούσε πάνω απ’ όλα πάντως ήταν η αδιάλειπτη έλλειψη αληθινής ηδονής·
ήταν διαγνωσμένος ανηδονικός. Δεν ένιωθε Χριστό… είχε και παντελή έλλειψη πίστης εξάλλου,
πώς να νιώσεις Χριστό όταν είσαι σίγουρος πως δεν υπάρχει;
Πώς να νιώσεις ηδονή, όταν είσαι σίγουρος πως ηδονή είναι η αποκορύφωση της βλακείας του κοινού νου,
στην οποία απλά αρνούνταν επιμόνως να παραδοθεί;..

Δεν φτάνει που τον έκαναν όλοι ό,τι ήθελαν,
αυτό του έλειπε, να τον τραβολογάνε κιόλας απ’ τη μύτη λόγω… ηδονής.
Ε όχι, δεν θα τους έκανε αυτή τη χάρη.
Τον έφτανε να τους παρακολουθεί, αθέατος μεταξύ τους, όλους αυτούς του πρωτόγονους…
Παλιά το έκανε live στα παρκάκια, τώρα είχε το Internet, ω ρε τι έβλεπαν τα ματάκια του, τσάμπα και χωρίς να κουνάει ρούπι…
Και με τραγούδια λαϊκά στη διαπασών μες απ’ τ’ ακουστικά του…
Αυτό ναι, αγγίζει κάποιες στιγμές τα όρια της ευτυχίας.

Δε μπορούσε να παίζει δυνατά τη μουσική του, ήταν μέσα κι οι άλλες…
Ναι, είχε κι αυτός γυναίκα -γιατί; δεν δικαιούταν αυτός γυναίκα;- με κόρες αλλουνού, στην εφηβεία.
Δεν ήταν τίποτα το συγκλονιστικό, ήταν όμως το λιμάνι του,
είχε αράξει πάνω από μια δεκαετία αρόδο στο λιμάνι αυτό, είχε και θέα στο Σαρωνικό,
ώριμη, ευκατάστατη, κυρία και πάνω απ’ όλα bi-, μαζί χάζευαν τα θηλυκά στην οθόνη
και μετά σερνόντουσαν ως το κρεβάτι αγκαλιά με τις κοινές φαντασιώσεις τους…

«Αγάπη δεν είναι να κοιτάζεσαι στα μάτια· αγάπη είναι να κοιτάς προς την ίδια κατεύθυνση»,
ήταν τ’ αγαπημένο του motto.

Κοίταξε το ρολόι του και σηκώθηκε ράθυμα απ’ το σκαμπό του.
Είχε πάει 2.30 η ώρα κι ήταν ολόκληρο ταξίδι μέχρι το σπίτι του…
Όλη την παραλιακή διένυε μέσα στο τραμ
-αχ, πόσο του άρεσε να χαζεύει τα γκομενάκια που στριμώχνονταν από τις πλαζ,
ξένες οι περισσότερες, δεν είχαν λεφτά για τα νησιά, ούτε καν για ρούχα, με κάτι τσίτια ντυνόντουσαν,
όλα στη φόρα, κι αυτός μάζευε στα κρυφά δουλειά για το σπίτι…

Λαθροκοιτούσε, χαμπάρι ποτέ δεν έπαιρνε κανένας,
μπροστά στον κόσμο είχε εξάλλου πάντα μια εναλλακτική να κρύβεται η αμηχανία των χεριών τουλάχιστον,
ένα πορτοκαλοκόκκινο κομπολογάκι, ατόφιο κεχριμπάρι
-δώρο απ’ την παλιά των νιάτων του αγαπημένη που τώρα πια κείτονταν παγωμένη
 μέσα στον τάφο της στη ‘Σαλλονίκη, χτυπημένη απ’ την «επάρατο»-,
είχε το κομπολόι του λοιπόν για τους δημόσιους χώρους να παίζει, να το χαϊδολογά
και να μετράει τις ώρες τις χαμένες της ζωής του…

Τραμ… το τέλειο μέσο, αργό και τεμπέλικο όπως ο ίδιος…

Έφτασε στον προορισμό του γέρος πια… ναι…
είχε γεράσει κάπου στη διαδρομή μεταξύ κέντρου και περιφέρειας… μέσα στο τραμ… χαζεύοντας τους άλλους…
Έπιασε να ανεβαίνει ασθμαίνοντας την τεράστια ανηφόρα προς το νοικιάρικο «λιμάνι» του,
μα τα πόδια του δεν τράβαγαν, είχε κι αυτά τα παλιοσίδερα μέσα στο γόνατο απ’ το ατύχημα,
πόσα ν’ αντέξει πια μια ψυχή που γεννήθηκε σε κορμί ασθενικό και με μοναδική πεποίθηση
πως ήρθε στη ζωή κάτι για να περιμένει;
Ναι, σ’ όλη του τη ζωή η πιο βαθιά του αίσθηση ήταν αυτή: πως κάτι έπρεπε να περιμένει…

Μα τώρα που το ξανασκεφτόταν… βήχοντας ελαφρώς απ’ την υπερπροσπάθεια…
Μπα… είχε βαρεθεί πλέον να περιμένει.
Είχε βαρεθεί και ν’ ανεβαίνει καθημερινά την ίδια κωλοανηφόρα. Και να ξανακατρακυλά…
Κάθισε σε μια ακρούλα, απ’ όλους αόρατος, έκλεισε χαλαρά τα μάτια και πέθανε.

Τον ακολούθησαν υπάκουα -μα λίγο απρόθυμα-, οι συνήθειες και τα χούγια του.



Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

Κατά «συνθήκην» ψεύδη

Ήταν πια μια ώριμη γυναίκα, από τη ζωή ολίγον τσακισμένη:
το όνειρό της να φτιάξει μια πολυμελή οικογένεια,
ένα πρότυπο βασισμένο στους Waltons, μια αμερικανική σειρά από τα παιδικά της χρόνια,
σκόνταψε σε αναπαραγωγικά προβλήματα.
Το πάλεψε, έχασε, το προσπέρασε με ένα δάκρυ και έναν αργόσυρτο αναστεναγμό.

«Οι εμμονές -όπως ακριβώς της φυλακής τα σίδερα- είναι για τους μαλάκες»,
μονολογούσε μέσα της κι έπιασε ν’ ασχολείται με πράγματα άσχετα…
Σε δουλειά να βρισκόμαστε και προ πάντων να ξεχνιόμαστε.
Η ζωή της έτσι κι αλλιώς ήταν μια χαρά ρυθμισμένη κατά τ’ άλλα,
τα θέματα επιβίωσης τα είχε από καιρό λυμένα
κι η σχέση της με τον σύζυγό της παρέμενε πάντα γλυκά συντροφική κι αρκούντως ελεύθερη.

Μέσα σ’ όλα λοιπόν άρχισε να ανακαλύπτει και τη χαρά της αναπαραγωγικής πράξης
ξεκομμένης από την διαιώνιση του είδους και πολύ της άρεσε αυτό και περιχαρής σκέφτηκε:
«Δεν γεννάμε που δεν γεννάμε, να ψαρεύω δεν ξέρω, δεν πάμε λέω εγώ να γαμηθούμε;»
Και έτσι έκανε· ερήμην βεβαίως του συζύγου κι απαλλαγμένη από τον εφηβικό φόβο της εγκυμοσύνης.

Στο τέλος όμως του μήνα την ‘ζώσαν τα φίδια…
Η κόκκινη στρατιά των αποθανόντων κυττάρων αρνιόταν να κάνει την εμφάνιση της.
Περίμενε-περίμενε, ώσπου μια μέρα πήγε κρυφά κι αγόρασε εκείνο το μακρύ στικάκι
που το κατουράς ξυπνώντας και μετά κάθεσαι και το κοιτάζεις με αγωνία να δεις τι χρώμα θα πάρει…
Κακό χρώμα πήρε, τόσο μοιραία κακό, που στ’ αλήθεια προς στιγμήν σκέφτηκε
πως κάποιος θεός παίζει μαζί της
και πως η ίδια άρχισε ξαφνικά να θυμίζει ηρωίδα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας…
Η μήπως κωμωδίας;

Αυτό που με τόσο πάθος είχε κυνηγήσει στη ζωή της
και που αυτή η πουτάνα τόσο πεισματικά της τό ‘χε αρνηθεί
μέσα στα πλαίσια ενός ήρεμου, ταιριαστού κι ευτυχισμένου γάμου,
τώρα της το πέταγε στα μούτρα μες απ’ τα… χέρια ενός σχεδόν άγνωστου!
Αποσβολωμένη έμεινε καθισμένη στη λεκάνη για ώρες, για μέρες
-αδύνατον πλέον να θυμηθεί-,
όταν πάντως επιτέλους σηκώθηκε, τα πόδια της ήταν τόσο μουδιασμένα
που σωριάστηκε σαν ανάπηρη στα πλακάκια του μπάνιου.

«Τι θα κάνω;;;;;;;», ούρλιαζε βουβά
κι όταν κάποτε το ουρλιαχτό μες στο κεφάλι της κόπασε
-ίσως και με τη βοήθεια των ηρεμιστικών σε συνδυασμό με μπόλικο αλκοόλ-,
σήκωσε το ακουστικό και με βραχνή φωνή ψιθύρισε προς την άλλη πλευρά:
«Αγάπη μου, θα γίνεις πατέρας…»


Μέσα στην απόγνωσή της είχε προλάβει να σκεφτεί,
πως ο άγνωστος δεν ήταν τουλάχιστον… μαύρος.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 28, 2010

Αλαζονία




Ήτανε νέος
όπως κάποτε όλοι υπήρξαν.
Δεν γνώριζε «δεν» και όρια
και όλα τα νόμιζε δικά του
ή πως έμελλε με σιγουριά
κάποια στιγμή να γίνουν.
Δεν έβλεπε, δεν ένιωθε
πόσο μικρός ακόμα ήταν
και πόσο η ζωή
θα φρόντιζε να του το (απο)δείξει.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

Το μοντέλο



















Της ζήτησαν να κάνει το μοντέλο σε κάποιον ζωγράφο της περιοχής.
Δέχθηκε, πήγε, στάθηκε γυμνή μπροστά του.
Πάντα ήθελε μια απεικόνισή της.
Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν αυτόν το ναρκισσισμό;
Της είχαν εξάλλου υποσχεθεί και κάποια μικρή αμοιβή για τις υπηρεσίες της…
Ήταν αφηρημένος ζωγράφος
-ναι, όλο ξέχναγε τα πινέλα του αριστερά-δεξιά και δεν θυμόταν τι διάολο ζωγράφιζε…
Στη θέση της προσωπογραφίας της έβλεπε να προβάλλει ένα πουλί
-ένα πληγωμένο κοράκι…

Κατά τ' απομεσήμερο της είπε πως νοιώθει ατονία κι έγειρε σ' ένα ντιβάνι,
που έστεκε μοναχικό στη γωνιά του δωματίου.
Με το κεφάλι ελαφρώς ανασηκωμένο πάνω σε κάποιο από τα πολλά κόκκινα, κεντητά μαξιλάρια,
έλυσε με τα κοκκαλιάρικα χέρια του τη ζώνη του παντελονιού του,
και αποκαλύπτοντας μέσα από το γκρίζο εσώρουχο το μόριό του,
άρχισε λάγνα να το χαϊδεύει.
Ταυτόχρονα μουρμούραγε λόγια ερωτικά…
πως ήταν η Μούσα του, πως σ’ όλη του τη ζωή περίμενε εκείνη…
Πως ήταν η μία…

Εκείνη σχεδόν σε αγκύλωση από το πολύωρο στήσιμο και την έκπληξή της,
έμενε ακίνητη… στην πόζα της…

Άξαφνα έτριξε η παλιά ξύλινη πόρτα και στο κατώφλι της φάνηκε μια ηλικιωμένη με άσπρη ρόμπα,
νοσοκόμα θύμιζε. Πράγματι· είχε έρθει να του κάνει ένεση.
Προφανώς ο ζωγράφος έπασχε από κάποια ασθένεια…
Την είχε ξαναδεί αυτήν τη γυναίκα, όμως όλοι νόμιζαν πως ήταν η παραδουλεύτρα του.
Νοιαζόταν για το νοικοκυριό, τα ψώνια, άρμεγε τις αγελάδες…
Ακόμα και την ίδια, αυτή την είχε βρει.
Τριγυρνούσε στις αγορές και πλησίαζε όσες όμορφες κοπέλες έδειχναν πρόθυμες να ποζάρουν.
Όσες δεν της φαίνονταν πολύ ντροπαλές…

Με έναν ελαφρύ δισταγμό -ίσως και κάποια ανεπαίσθητη αποστροφή-
ακούμπησε αργά τον ασημένιο δίσκο με την ένεση στο κομοδίνο,
ξάπλωσε δίπλα του και πήρε το μόριό του στο στόμα της.
Τα ελέη του ήταν γέρικα και φτωχικά…
Όμως η παρουσία ενός τρίτου προσώπου μες στον οικείο χώρο
έξαπτε ολοφάνερα τη φαντασία της παράξενης αυτής γυναίκας
και προσέδιδε στην κατάσταση μια διάσταση διαφορετική, διεγερτική…

Ο νους του κοριτσιού ήταν τόσο μουδιασμένος όσο και τα μέλη του κορμιού της.
Δεν μπόρεσε να κουνηθεί, πάρα μόνον όταν ο ζωγράφος τής είπε με θαμπή φωνή:

«Τελειώσαμε για σήμερα… Μπορείς να πηγαίνεις…»


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14, 2010

Femme fatale




Φέρνεις τον κόσμο ανάποδα.
με έναν στόχο από παιδί:
ν’ αλλάξεις την τιποτένια μοίρα σου.
Κρύβεις τα καλογυαλισμένα όπλα σου επιμελώς
μέσα σε κόκκινα καλσόν, δαντελωτές κιλότες,
και όλες τις εμφανείς αδυναμίες σου
κάτω από χιλιομελετημένα στρώματα
σκιών και ρουζ,
ρομαντισμού και τάχα ευθραυστότητας
Η υποκριτική είναι η τέχνη σου·
η τέχνη της ζωής σου.

Χωρίς ελπίδα

Τη μισούσε… επειδή δε μπορούσε να την κρατήσει.
Εκείνη πάλι όχι: ήξερε.
Ήξερε πως εκείνος ήταν αυτό που ήταν και δε μπορείς να μισείς κάποιον γι’ αυτό που είναι.
Την κάλεσε μια μέρα σπίτι του, με κάποια ύπουλη δικαιολογία.
Την παραπλάνησε.
Όταν βεβαιώθηκε πως κανείς δεν θα άκουγε τίποτα,
εμφάνισε ένα ηλεκτρικό πριόνι και κατευθύνθηκε προς το μέρος της:
«Θέλεις να φύγεις, αγάπη μου;»
Άρχισε να την ακρωτηριάζει… αργά, βασανιστικά…
πρώτα το ένα χέρι, μετά το άλλο, στη συνέχεια τα πόδια...
Εκείνη είχε γεμίσει από την ορμόνη που σε κάνει να μην νοιώθεις, να μην πονάς,
όμως ήξερε τι της συνέβαινε
και προσπαθούσε να πείσει τον οργανισμό της να εγκαταλειφθεί, να πεθάνει.
Δεν πέθανε.

Την κράτησε στο σπίτι του για καιρό έτσι.
Την τάιζε, αλλά τα δόντια της έμεναν άπλυτα κι άρχισαν σιγά-σιγά να χαλούν και να πέφτουν.
Το σακαταμένο κορμί της πλαδάρεψε φρικτά από την ακινησία,
το στήθος της κρέμασε σα νά ‘ταν γριάς 80 ετών
και η απελπισία χάραξε βαθιά το άβαφο πρόσωπό της.
«Είδες τι όμορφη που είσαι τώρα;», κάγχαζε μες τη μούρη της,
«Πόσοι σε θέλουν τώρα, μωρό μου;»
Μα εκείνη δε μπόρεσε να τον μισήσει: ήταν αυτό που ήταν.
Έψαχνε μονάχα μες στο κεφάλι της τρόπους να αυτοκτονήσει,
να του ξεφύγει για πάντα…
Βρήκε.
Κι εκείνος τη μίσησε απ' την αρχή και για πάντα…
Χωρίς ελπίδα πια.



Σάββατο, Αυγούστου 28, 2010

Frank

Σού ‘χα πει για ‘κείνον τον ιδιαίτερο φιλαράκο που είχα μικρή; Που πηδιόμασταν και μετά το παίζαμε άσχετοι;
Το παίζαμε ή το έπαιζα μόνον εγώ; Δεν είμαι σίγουρη…

Μια νύχτα μου έκανε τρελή σκηνή μέσα στο μπαρ γιατί δεν του είχα πει ούτε μια καλησπέρα:
«Γι’ αυτό δεν έχει ακουστεί ποτέ τίποτα για σένα. Γαμιέσαι και μετά Κινέζα… Παλιοπουτάνα!»
Είχα μείνει κάγκελο· ανέκαθεν πίστευα πως οι άντρες γουστάρουν να γαμάνε και μετά ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Του πρόσφερα το ιδανικό, το τέλειο πιάτο… κι αυτός μου το πέταγε θιγμένος στα μούτρα.

Δεν πάψαμε βέβαια να συναντιόμαστε τα βράδια. Κι ήταν καλά… πολύ καλά.
Εκείνο το απελευθερωμένα καλά, το ερωτικό, που δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια γι’ αγάπες και λουλούδια.
Κοιμόμουν σπίτι του, ξύπναγα και περπάταγα μέχρι το σχολείο… να μάθω κι άλλα…

Ένα μεσημέρι μπήκα στον πειρασμό ν’ ανοίξω τα γράμματά του. Ποτέ δεν φημίστηκα για τη διακριτικότητά μου.
Το είπα… σιγά μην δεν τό ‘λεγα. Θύμωσε… σιγά μη θύμωσε. Τον τιμούσε η αγάπη μιας άλλης.

Και κάπως έτσι περπάτησε αυτή η ιστορία… και πήγε άπατη. Με βαρβιτουρικά μες σε ρηχή μπανιέρα.

Μετά από χρόνια τον ξαναείδα στα πατσατζίδικα της Αθηνάς. Ήτανε λιώμα… κι εγώ κάπως έτσι.
Φύγαμε αγκαλιά για κάποιο άδειο σπίτι που μού ‘χε τότε λάχει να κοιμάμαι. Δεν τον άφησα να με πηδήξει.
Όχι βέβαια από σεμνοτυφία, δεν τον ήθελα πια. Όλη τη νύχτα τριβόταν πάνω μου και ψιθύριζε τ’ όνομά μου.
Τελείωσε μονάχος του πάνω στα μπούτια μου.

Το πρωί τον φυγάδευσα προς την ταράτσα αγουροξυπνημένο, γιατί χτύπησε το κουδούνι η φίλη μου…
η φίλη που όψιμα μου είχε εκμυστηρευθεί πόσο τον ήθελε κι εγώ δεν είχα καρδιά, ούτε μυαλό, ούτε όρεξη να της πω την αλήθεια…
Έτσι κι αλλιώς ήταν κάτι περαστικό και περασμένο.

Τον συνάντησε κάποτε στη Γερμανία και της είπε πως δεν θέλει να με ξέρει… Δεν την πίστεψα.
«Της ρίχνει στάχτη στα μάτια», σκέφτηκα.

Πάρα πολλά χρόνια αργότερα έτυχε να του ξαναμιλήσω: είπε πως δεν θυμάται να μ’ έχει γνωρίσει στη ζωή του.
Ξαφνιάστηκα. Γλιστρούσα από το πιθανό αλτσχάιμερ στην κρατημένη κακία…
Ακόμα δεν ξέρω… ούτε θα μάθω μάλλον ποτέ.

Αυτό που σίγουρα όμως έχω μάθει με τα χρόνια είναι
πως τα πράγματα έχουν πολύ διαφορετικό αντίκτυπο σε όσους τάχα από κοινού τα ζούνε.


Κυριακή, Αυγούστου 15, 2010

Παιδική ζωή...

Ο μπαμπάς της ήταν πάντα απών.
Ψάρευε στις θάλασσες τεράστια σαλάχια και σκυλόψαρα, στις ζούγκλες κυνηγούσε άγρια ζώα.
Δεν τα εμπορευόταν, δεν τα έτρωγε, ήθελε μοναχά ως τρόπαιο το κεφάλι τους, τα κέρατα ή τη ραχοκοκκαλιά τους.
Όταν κάποια στιγμή είχε επιστρέψει για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο σπίτι
-σ’ αυτό που επέμενε να αποκαλεί σπίτι κι ας μην ήταν σχεδόν ποτέ εκεί-,
είχε φέρει μαζί του από την Αφρική ένα νεογέννητο λιοντάρι.
«Δεν θα επιζούσε μέσα στη ζούγκλα»
,
της εξήγησε καπνίζοντας με εκείνο το ανεξιχνίαστο ύφος του μία τεράστια πίπα,
«είναι ασθενικό κι αδύναμο... Βλέπεις με μιας στα μάτια του την ανημποριά.»

Το απίθωσε με μια σπάνια για τον ίδιο κίνηση τρυφερότητας στην αγκαλιά της
κι εκείνο έκανε μιαν αυτόματη κίνηση προς το ακόμα ελάχιστο στήθος της να βυζάξει.

Ήταν πράγματι τόσο μικρό, τόσο απαλό και τόσο αξιαγάπητο
-ήτανε πάνω από όλα δώρο ολοζώντανο από Εκείνον.

Δεν βρήκε γάλα να πιει στον κόρφο της, μα ρούφηξε από το πρώτο δευτερόλεπτο την καρδιά της.
Το νανούριζε στο κρεβάτι της, του πρότεινε την κουβέρτα της να παίξουν,
γέμιζε μια σαλατιέρα από κείνες τις τεράστιες για τους καλεσμένους με γάλα κατσικίσιο,
που αγόραζε η μαμά της με τις νταμιτζάνες από έναν βοσκό κάπου κοντά στο εξοχικό τους.
Η μαμά της το φοβότανε λιγάκι, αλλά δεν της έκανε καρδιά να της στερήσει το υποκατάστατο της πατρικής αγάπης.

Όταν μεγάλωσε το λιονταράκι κι έγινε πια λιοντάρι, η μάνα αποφάσισε το αδιανόητο:
πήγε μαζί με το κορίτσι στο βοσκό και διάλεξε μία κατσίκα που έσφαξαν μπρος στα μάτια τους.
Γυρνώντας στον κήπο του σπιτιού τους την άπλωσε μπρος στο λιοντάρι, καλώντας το όπως πάντα για φαί.
Εκείνο μύρισε στην αρχή επιφυλακτικά το φρέσκο ακόμα αίμα, και το κρέας, μα γρήγορα άρχισε να το κατασπαράζει·
χάθηκε απ’ τα μάτια η ανημποριά και άστραψε η άγρια φύση.
Αλλά... η ηδονή δεν έχει τέλος, ούτε χορταίνει εύκολα.
Με έναν αστραπιαίο ελιγμό στράφηκε προς τη μάνα και έχωσε τα κάτασπρα δόντια του στα σπλάχνα της.

Το κορίτσι -στην εφηβεία πια- παρακολούθησε βουβό τη θυσία,
πέρασε με ψυχραιμία ένα σκυλίσιο λουρί γύρω από το λαιμό του λιονταριού,
του ψιθύρισε στ’ αυτί «Πάμε τώρα μια βόλτα», με βήματα μηχανικά το πήγε μέχρι τον ζωολογικό κήπο
και ζήτησε από τους ανθρώπους εκεί να το κρατήσουν σε ένα κλουβί: «Μονάχο του όμως... είναι άγριο πολύ».

Με τη βοήθεια των συγγενών κήδεψε τη μητέρα, έγραψε στον πατέρα τα καθέκαστα, τον αποχαιρέτησε
κι από τότε μέχρι σήμερα ζει μια απολύτως φυσιολογική ζωή στην άκρη της πόλης...


Πέμπτη, Ιουλίου 01, 2010

πάλι και πάλι


Τα παράτησε.
Συνέλαβε την ιδέα της «απελευθέρωσης»
και έγειρε συνεσταλμένα στην πάνινη, φθηνή καρέκλα του.
Κουλουριάστηκε στη φωλιά της μοναχικότητας
και πάλευε μόνον κάποιες στιγμές
με τους εφιάλτες της εγρήγορσης
και δαίμονες νεκρούς, ανίσχυρους.
Τα παράθυρα χρησίμευαν ως μετερίζι:
εγώ και τ’ άλλα.
Εγώ και η συντονισμένη περιφορά του έσω Επιταφίου.

Σάλευε, ήταν σαφές.
Μα κανείς δεν κοίταζε.
Βούλιαζε στην καρέκλα,
όπως άλλοι βουλιάζουν σε άμμο κινούμενη.
Και τα πατζούρια απ’ τα παράθυρα
ήτανε το κλαδί της σωτηρίας του.
«Μην σπάσεις, μην σπάσεις», παρακαλούσε μέσα του.
Μα πάντα έσπαγε…
Και πάντα ξύπναγε
--πάλι και πάλι ζωντανός--
μες στη θολούρα
της υπερκορεσμένης ύπαρξής του.



Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2009

Ένας χαρακτήρας

Γύρισε σε ένα άδειο σπίτι και έβαλε να πιει ένα ουίσκι με πάγο. Ένοιωθε μόνος.
Σχεδόν εγκαταλελειμμένος.
Δεν τον είχε αφήσει κανείς, όχι…
Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε: εκείνος άφηνε έναν-έναν τους ανθρώπους πίσω του.
Αυτό όμως δεν μείωνε τη μοναξιά που ένοιωθε.
Αναρωτήθηκε πώς διάολο είχε αποκτήσει αυτήν την τάση να απομονώνεται…
δεν ήταν έτσι από τη φύση του.
Κάθε άλλο… μικρός ήταν ο αρχηγός κάθε παρέας
και ο ίδιος μάλιστα επιζητούσε να είναι το επίκεντρο της προσοχής.

Έξυσε αφηρημένος το φρύδι του και σκέφτηκε πως οι τρίχες μεγάλωναν μέρα με τη μέρα
και πως στο τέλος θα έμοιαζε σε όλους εκείνους τους γέρους πολιτικούς με τα τεράστια φρύδια.
Ναι, έκανε πολλές σκέψεις ταυτοχρόνως…
ακόμα και όταν θα περίμενε κανείς να βουλιάζει στην απελπισία ενός θανάτου
ή να πανηγυρίζει τη μαγική στιγμή που πήραμε το Euro
-η εν πάση περιπτώσει κάποια «ευτυχισμένη» προσωπική του στιγμή-
εκείνος συνέχιζε πάντα να πολιορκείται από 1000 παράλληλες σκέψεις.
Γιατί οι ναυαγοί δεν κόβουν το πόδι τους να το φάνε;
Πότε θα σταματήσει ο Έλληνας να είναι Ελληνάρας;
Και διάφορα τέτοια σε συνδυασμό πάντα με λόγια
που άκουσε, που του είπαν, που νόμιζε πως ήθελαν να του πουν…

Πάντα κάτι νόμιζε.
Πάντα έψαχνε να βρει τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις, τις κινήσεις, τις πράξεις…
Ναι… υπέφερε από μία παθολογική έλλειψη πίστης στο ανθρώπινο γένος και σε κάθε εκπρόσωπό του μεμονωμένα.
Ήθελε να πιστεύει· ευχόταν να μπορούσε να πιστεύει.
Κι αν όχι στον άνθρωπο, τουλάχιστον στο θεό ή στην επιστήμη ή στην αστρολογία ή…
Τίποτα ποτέ δε μπόρεσε να τον πείσει.

Τους ανθρώπους δεν τους θεωρούσε ακριβώς ψεύτες.
Ανίκανους να συνειδητοποιήσουν ακόμα κι οι ίδιοι τι έχουν στο μυαλό τους, τους θεωρούσε,
και κατά συνέπεια γιατί πράττουν ό,τι πράττουν και πάει λέγοντας.
Μπορεί κανείς να εμπιστευθεί τον κουζουλό του χωριού; Δε μπορεί…
Να του κρατήσει κακία μπορεί; Ούτε αυτό το μπορεί… Δεν φέρει ευθύνη.
Κάπως έτσι έβλεπε τους ανθρώπους: δεν τους πίστευε, μα ούτε τους μισούσε.
Μπορεί και να τους αγαπούσε… με τον δικό του περίεργο, απόμακρο τρόπο.

Πάντως βαριόταν κιόλας όσο περνούσαν τα χρόνια…
με 5 ερωτήσεις ήξερε πάνω-κάτω τι θα του πει ο άλλος για τις επόμενες 5 ώρες.
Όχι επακριβώς, αλλά το ρεζουμέ· το νόημα των όσων θα προσπαθούσε -με μανία συνήθως- να του μεταδώσει.

«Συζήτηση ονομάζουν οι άνθρωποι την προσπάθεια να πείσουν ο ένας τον άλλον
για οτιδήποτε τους έχει καρφωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή στο μυαλό…»


Του άρεσε να φτιάχνει θεωρίες.
Ήθελε να συμπτύξει όλες του τις σκέψεις σε ένα φύλλο χαρτιού αν γινόταν κι αυτή θα ήταν η παρακαταθήκη του.
Ήξερε βέβαια πως μόνον εκείνος θα μπορούσε να τις καταλάβει
και έτσι καμιά φορά έγραφε κανονικά κείμενα και τα δημοσίευε σε ένα μπλογκ που είχε φτιάξει.
Όχι ότι τον ενδιέφερε πραγματικά να τα διαβάσει κανείς,
ήταν απλώς για να κάνει κι αυτός κάτι… να συμμετέχει στον κόσμο κατά έναν τρόπο.

«Ας πάω λοιπόν να δω τι κάνει ο κόσμος σήμερα…»

Κοίταξε στραβά το ποτήρι με το ουίσκι που κρατούσε στο χέρι του,
ήπιε την τελευταία γουλιά και σηκώθηκε να πάει να βάλει άλλο ένα και να κάτσει στο PC του.
Ένοιωθε μοναξιά, ναι.
Αλλά ήξερε βαθιά μέσα του πως κι αυτός ένας άνθρωπος ήταν… ίδιος με τους ανθρώπους.
Και πως αν ήταν μόνος, ήταν γιατί κι οι άλλοι στραβά τον κοιτούσαν.
Όπως ακριβώς τους κοιτούσε ο ίδιος.
Όπως ακριβώς κοιτούσε και το ποτήρι του, το μοναδικό που του κράταγε πια συντροφιά…


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

Μόνη

Ήταν κάποτε ένα κορίτσι που τραύλιζε· όμως μπορούσε και προσποιούνταν!
Μπορούσε αν ήθελε να κοροϊδέψει τους πάντες ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα.
Μπορούσε να μιμείται την φυσιολογική ροή της γλώσσας,
όπως άλλοι μιμούνται τις γάτες ή τα πουλιά.
Θα μου πείτε:
«Τι είδους τραυλή ήταν αυτή, αφού είχε τη δυνατότητα να μιλάει κανονικά;»
Δεν την είχε. Είπαμε: απλώς την μιμούνταν. Μέσα της σκεπτόταν τραυλίζοντας.
Όλα έβαιναν σχεδόν καλά,
εφόσον μπορούσε με τόση άνεση να κρύβει την εσωτερική της δυσλειτουργία,
ώσπου κάποτε βαρέθηκε να υποκρίνεται κι άρχισε να εξομολογείται το πρόβλημά της.
Φυσικά δεν το είπε στο αφεντικό της -πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να απολυθείς για κάτι τέτοια.
Ούτε βγήκε να το ανακοινώσει στις εφημερίδες.
Το εκμυστηρεύθηκε σε κάποιους ανθρώπους που θεωρούσε κοντινούς της
και που πίστευε πως θα την καταλάβαιναν και θα της συμπαραστέκονταν.
Πράγματι, όλοι την άκουσαν με συμπάθεια και υποσχέθηκαν να τη βοηθήσουν.
Να τη διδάξουν αυτό που σ’ εκείνους είχε χαριστεί από τη φύση
και το έκαναν με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου.
Εκείνη αναθάρρησε.
«Επιτέλους θα μπορέσω να απαλλαχθώ από αυτή μου την ενοχλητική διαφορετικότητα»,
σκέφτηκε και βάλθηκε να κάνει ό,τι της έλεγαν.
Ο κάθε ένας πίστευε πως ήταν ο ιδανικός δάσκαλος
και πως εκείνος ήταν που θα κατάφερνε να βοηθήσει το κορίτσι να ξεπεράσει το πρόβλημά του.
Καθώς όμως οι μέρες περνούσαν και οι προσπάθειες κανενός δεν έδειχναν να φέρνουν κάποιο αποτέλεσμα,
όλοι σιγά-σιγά άρχισαν να εγκαταλείπουν,
ώσπου στο τέλος απλώς της επιδείκνυαν κουρασμένοι τη δική τους «φυσιολογικότητα».
Θα έλεγε κανείς, πως είχαν τη διάθεση να την τιμωρήσουν για το ανεπίδεκτον της μαθήσεώς της.
Άρχισαν μάλιστα να τη βλέπουν με διαφορετικό μάτι:
άρχισαν να τη θεωρούν ανάπηρη και να την αποφεύγουν,
όπως συνήθως κάνουν οι άνθρωποι με κάθε τι αλλιώτικο από τους ίδιους,
τα πρότυπα και οτιδήποτε θεωρείται αυτονόητο και φυσιολογικό.
Το κορίτσι -ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της- μετάνιωσε για αυτήν της τη διάθεση ειλικρινείας.
Εξάλλου, της ήταν τόσο εύκολο να ξεγελάει τον κόσμο.
Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να αρθρώνεις σωστά· τα δόντια της τα είχε, τα σαγόνια της, τη γλώσσα της…
Μέσα της ήταν το εμπόδιο.
Και όπως όλα τα εμπόδια δεν μπορεί να σε βοηθήσει κανείς να τα ξεπεράσεις.
Το πιο πιθανό είναι να σου βάλουν και τρικλοποδιές για ανεξήγητους ακόμα και στους ίδιους λόγους.
Έτσι λοιπόν, είπε το κορίτσι τραυλίζοντας μέσα του:
«Θα-θα-θα το-το-το κα-κα-άνω μο-μο-μόνη μου. Δεν έχω κανέναν ανάγκη!»
Αυτό το «Δεν έχω κανέναν ανάγκη» το σκέφτηκε φαρσί...

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 01, 2009

Γιατί έτσι.



Πάει στα μαγαζιά και κάνει «ζημιές», που λέγαν οι μάγκες οι παλιοί.
Τα σπάει και πληρώνει.
Χορεύει ζεϊμπέκικο -χορό πολεμικό και αντρικό-
πάνω σε άδεια πίστα και ποιος κοιτάει δεν ξέρει,
έτσι κι αλλιώς αδιαφορεί,
είναι σαφώς στον κόσμο του,
κύκλωμα κλειστό στα ψέματα της οικουμένης,
κι ούτε τα βήματα μετράει, όπου τον πάει ο ρυθμός
και η στιγμή.
Μόνον στιγμές θυμάται.
Και μερικές καλές ατάκες.
Όλα τα υπόλοιπα καταχωρούνται στα αζήτητα
κι όποιες πληγές ανοίγουν ξεχνιούνται για πάντα ανοιχτές.
Ο εμβολιασμός, τα γιατροσόφια δεν φτιάχτηκαν γι’ αυτόν…
Θα φύγει μόνος, ξεσκισμένος και βουβός.
Γιατί έτσι είναι κι έτσι γουστάρει.
Ας είναι όλοι οι άλλοι οι σωστοί
-κι οι καθώς πρέπει.


Καλό μας μήνα...



Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009

Κάτι άλλοι φίλοι...

Είχα μια φίλη που ήταν χρόνια με ένα φίλο…
Στην ουσία ήταν μαζί από έφηβοι…
Αυτή πηδιόταν δεξιά-αριστερά.
Τον αγαπούσε τον δικό της, αλλά προφανώς ήθελε κι άλλα.
Ενίοτε ερωτευόταν τους ερωτικούς της συντρόφους και δη παράφορα.
Δεν έφυγε ποτέ από τη σχέση της.
Δεν είμαι σίγουρη αν της πέρασε καν ποτέ από το μυαλό.

Εκείνος πάλι, δεν ξέραμε
-προσωπικώς φανταζόμουν ότι θα ‘ριχνε κι αυτός κανέναν.
Έτσι κι αλλιώς κανα-δυο φορές είχαν περιστασιακά χωρίσει,
οπότε ο καθένας έκανε επίσημα ό,τι γούσταρε σ’ αυτά τα διαστήματα.

Όλα όμως έβαιναν σχετικά καλώς για πάρα πολλά χρόνια.

Κάποια στιγμή πέθανε η μητέρα του φίλου μου,
η οποία έπασχε πάρα πολύ καιρό από την επάρατο νόσο
και τότε εκείνος ξαφνικά παθιάστηκε με κάποια και χώρισε.
«Έχει τον ωραιότερο κώλο που έχω ποτέ γαμήσει».
Δεν έμεινε με το «πάθος» παρά μόνον για μερικούς μήνες.
Ξενέρωσε.

Πολύ σύντομα όμως ερωτεύθηκε μια άλλη γυναίκα,
την οποία παντρεύτηκε και έκανε μαζί της παιδιά.
Τώρα δεν ξέρω σε τι ακριβώς ψυχολογική κατάσταση βρίσκεται,
αλλά οι κοινοί φίλοι και γνωστοί τον περιγράφουν ως «κολλημένο οικογενειάρχη»,
που βαριέται να βγει με άλλους ακόμα και για έναν καφέ.

Η παλιά του σχέση
-η οποία ενδιαμέσως είχε επισημοποιηθεί και ακυρωθεί "πολιτικά"-
επέμεινε για καιρό.
Είχαν μείνει φίλοι και πότε-πότε το κάνανε κιόλας,
μέχρι που βρήκε τη νέα του γυναίκα.
Τότε αυτή έγινε έξω φρενών και έπαψε να του μιλάει παντελώς.
Δεν την είχε πειράξει τόσο τραγικά ο χωρισμός τους,
ούτε ο «ωραιότερος κώλος»,
αυτό που την τσάκισε ήταν πως αγάπησε μια άλλη
και της αρνήθηκε να έχουν πλέον οποιαδήποτε σχέση οικειότητας.

Αυτή είναι μια μάλλον κοινή ιστορία δύο μάλλον κοινών ανθρώπων.
Όμως μέσα απ’ αυτή μπορούν να βγουν τα 1000 συμπεράσματα
για το πώς σκέπτεται και νοιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος για τις σχέσεις του.
Δεν θέλω να κάνω ανάλυση, ο καθένας ας το σκεφθεί όπως θέλει.

Το μόνο που θα εντοπίσω είναι ένα ερώτημα ανάμεσα στα 1000:
Τι έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο εντέλει;
Η απιστία;
Ή μήπως η ανάγκη ύπαρξης μιας εσωτερικής μαμάς-κλώσας;

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2009

Ο φίλος μου ο Δημήτρης...

Είχα έναν φίλο «καρδιακό» που λένε…
Χρόνια πολλά
[και δημιουργικά… να ‘στε καλά να τον χαίρεστε…]

Ήτανε μόνος, δήλωνε μόνος, εκ πεποιθήσεως έλεγε εργένης.
«Δεν έχω κέφι πια να ερωτευτώ…
Ποια να μου πει πια τι…»


Έτρεχε όμως από ‘δώ, έτρεχε κι από ‘κεί,
γιατί να τρέχει μια ψυχή άμα δεν ψάχνει κάτι τις να βρεί;
Κι η τύχη τού χτύπησε την πόρτα
σε μια συνάντηση φιλολογική!

[Ήθελε να με τραβολογά κι εμένα, πήγα μία φορά,
έλιωσα και με πήρε ο ύπνος στον καναπέ καθώς κάποιο γερόντιο διάβαζε…
τι σκατά διάβαζε; Ούτε θυμάμαι πια… αποσπάσματα από κάποιον φιλόσοφο,
κι ο «διάλογος» μετά είχε μεν πλάκα, λέγαν τρελές μαλακίες,
αλλά τα όρια μου είναι μικρά για τέτοια… ]

Γνώρισε εκεί λοιπόν μια νταρντανογυναίκα, στα 40,
που πολύ ενδιαφέρον έδειχνε για ό,τι κι αν της έλεγε,
τον «πίστευε» τυφλά, έτσι τουλάχιστον έδειχνε,
της έκοψε το κάπνισμα, της έκανε δίαιτα, την έβαλε να τρέχει…
coach κανονικότατος.

Τα λέγαμε όλα με το φιλαράκι μου…
που έμεινε με τη νταρντάνα κι έπαψε να ‘ναι φιλαράκι μου,
γιατί τα φιλαράκια είναι πάντα κι ερωτευμενάκια
κι όταν βρουν γυναίκα, η γυναίκα ξέρει και ξεκόβει
τις «κακές παρέες».

Κι έτσι πήγε στ’ αζήτητα άλλη μια σχέση μου ετών,
με έναν άνθρωπο «σοφό»,
που την αλήθεια όμως έκρυβε κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό.

Το μόνο που ζήταγε ήταν εντέλει
κάποιον τυφλά να τον πιστεύει.

Φαντάζομαι, πως τώρα πια θα ‘χουν χωρίσει…
γιατί κανείς ποτέ κανέναν στ’ αλήθεια
δεν πιστεύει.

Μακάρι νά 'ναι αυτοί η εξαίρεση
και νά 'ναι ακόμα ερωτευμένοι.
Του το εύχομαι ολόκαρδα μέσα απ' το μπλογκ…
του κάποτε, του φίλου μου του καρδιακού…
του Δημήτρη….

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

Από έρωτα… (Μία κοινή ιστορία)















Ήτανε 20 ετών κι αγάπησε παράφορα. Δεν ήταν αγράμματη, ούτε καμιά του δρόμου. Μια συνηθισμένη, καθημερινή κοπέλα ήτανε, με τα σχολεία της και τα φροντιστήριά της. Κι η οικογένεια νορμάλ. Στα πλαίσια της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας. Ίσως με τη μόνη διαφορά, πως με κάποιον αδιόρατο τρόπο τής είχαν εμπνεύσει την επιθυμία να δίνεται με πάθος και ολοκληρωτικά…

Ο Ν μεγαλύτερος, γύρω στα 26. Ένας κοινός τύπος κι αυτός, με μια μισοτελειωμένη σχολή και δουλειές εποχιακές. Έδειχνε πολύ ερωτευμένος μαζί της και την είχε βασίλισσα. Μόνο που… μόνο που σεξουαλικά ήταν λίγο μυστήριος. Όλο ήθελε κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό. Αφού την είχε στριφογυρίσει πολλάκις στο κρεβάτι, ώστε να την έχει διαθέσιμη απ’ όλες τις πάντες, άρχισε να της μιλά για τη γειτόνισσα και πόσο θα ανέβαζε τη σχέση τους μία παραλλαγή.

Εκείνη στην αρχή στεναχωρήθηκε πολύ και τσίνησε, αλλά ο Ν ήξερε να την φέρνει βόλτα. Της εξήγησε, πως ο έρωτας είναι να επιθυμείς την επιθυμία του άλλου. Να ικανοποιείσαι με την ηδονή στα μάτια του αγαπημένου σου, απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται. Και πως η γειτόνισσα έτσι κι αλλιώς θα ήταν ένα εργαλείο στα χέρια των δυο τους. Τίποτα παραπάνω. Μία περαστική.

Η Π τελικά ενέδωσε -τον αγαπούσε τόσο!- και η γειτόνισσα μετακόμισε στο διαμέρισμά τους, να μην πληρώνει και τσάμπα νοίκι. Με τον καιρό έγιναν κολλητές. Μέχρι που της άρεσε κιόλας η κατάσταση… Εκείνος όμως άρχισε να τσαντίζεται με τη φιλία τους και κάποια ωραία πρωία, η γειτόνισσα βρήκε τα ρούχα της στο δρόμο κι η Π έφαγε ένα περιποιημένο χέρι ξύλο. Πρώτη φορά γινόταν αυτό, αλλά κάπου ένοιωθε πως είχε κι εκείνος τα δίκια του: σχεδόν τον είχε παραμελήσει…

Μετά απ’ αυτό το συμβάν, ο Ν έδειχνε να βαριέται αφόρητα -δεν είχε και δουλειά- κι άρχισε να φέρνει φίλους στο σπίτι για να περνάει την ώρα του. Έπιναν, έβλεπαν ματς, έπαιζαν χαρτιά… Κάπως την κοίταζαν όμως οι φίλοι: υπονοούμενα, γελάκια… Ένας της έβαλε μια φορά χέρι στα ίσα κι ο δικός της μονάχα χασκογέλασε πάλι και πέταξε κάποια πρόστυχη ατάκα.

Δεν έδωσε πολλή σημασία μέχρις ότου ένα βράδυ ο συγκεκριμένος φίλος έμεινε αργότερα από τους άλλους. Εκείνη είχε ήδη ξαπλώσει, όταν τους είδε να μπαίνουν μαζί στο δωμάτιο κι ο Ν της ψιθύρισε στ’ αυτί τρυφερά: «Έλα μωρό μου, ξύπνα, έχουμε έναν επισκέπτη να περιποιηθούμε»… Η Π έκανε ν’ αντιδράσει, μα της έκλεισε απαλά το στόμα κι άρχισε να τη γδύνει μπροστά στα ξαναμμένα μάτια του φίλου του. Εκείνη τη νύχτα την πήρε μόνος του, με τον φίλο αμέτοχο να αυτοϊκανοποιείται στη θέα τους.

Ο φίλος ξανάρθε και ξανάρθε… Είχε αρχίσει να συνηθίζει την παρουσία του στο χώρο. Τι ποιο φυσιολογικό από το να πέσει κι εκείνος μαζί τους; Πάλι και πάλι και πάλι… Και οι ρόλοι με τον καιρό αντιστράφηκαν· ο Ν κοίταζε κι ο άλλος δρούσε… Το παράπονο της Π, πως κόντευε πια να μην την αγγίζει, ήρθε αντιμέτωπο με την ειλικρινή εκμυστήρευσή του: ανέκαθεν αυτό του άρεσε περισσότερο και θά 'πρεπε να είναι ευτυχής, που μπορούσε να του προσφέρει αυτό που τόσο επιθυμούσε. Έτσι θα έμενε εξάλλου για πάντα δικός της…

Σιγά-σιγά άρχισε να της φέρνει κάθε φορά διαφορετικό άντρα. Ενίοτε και δύο μαζί. Κι εκείνη όλα τα άντεχε, όλα τα υπέμενε… Δεν ήθελε να τον χάσει… Ώσπου κάτι περίεργο πήρε το μάτι της: κάτι κρυφόλογα στην πόρτα και κάποιος απ’ αυτούς να δίνει στον Ν λεφτά. Όταν τον ρώτησε σχετικά, της είπε να μην ανακατεύεται στις αντρικές δουλειές και πως συνέχεια τον έβαζε στη θέση του υπόλογου. Κι έπεσε για ύπνο ολίγον τι μεθυσμένος και βαθιά ενοχλημένος από την στάση της.

Η Π άρχισε να παρατηρεί: ο αγαπημένος της έπαιρνε λεφτά απ’ όλους. Τότε της μπήκε η ιδέα στο μυαλό, μήπως πληρωνόταν για τις δικές της «υπηρεσίες». Κι όταν κάποτε αρνήθηκε να κάνει αυτό που τόσον καιρό έκανε για χάρη του, έφαγε για δεύτερη φορά ξύλο, αλλά αυτήν τη φορά βαρύ: «Τι νομίζεις πως είσαι, μωρή; Μία πουτάνα είσαι», αντηχούσε στ’ αυτιά της η φωνή του, καθώς την έπαιρναν αιμόφυρτη με το φορείο «και πάντα θα κάνεις αυτό που σου λέω εγώ. Γιατί είσαι η δική μου πουτάνα. Ακούς; Δική μου!»

Κι η αγάπη της πλούτισε εκείνην τη νύχτα -με φόβο- και έμεινε για χρόνια πολλά κοντά στον αγαπημένο της… Και τους φίλους του… Σήμερα είναι πια μόνη και μπορεί κανείς να την πετύχει τις νύχτες στη Σκουφά. Λίγο γερασμένη βέβαια και ταλαιπωρημένη, αλλά χορτάτη από έρωτα… Εξάλλου αυτό δεν ζητούσε πάντα απ’ τη ζωή της; Να δίνεται;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

Ο αψηλός πίσω από τον Μωυσή…












…δε νοιώθει ενοχές ποτέ. Ή τουλάχιστον έτσι λέει. Πάντα βρίσκει μια εξήγηση για ό,τι κάνει -εκλογίκευση δεν το λένε αυτό τελευταίως;- με πρώτη και καλύτερη ότι έτσι του αρέσει. Στο κάτω-κάτω δεν ενοχλεί κανέναν. Δεν διαπράττει φόνους, απαγωγές και ληστείες. Αν και στην εικόνα δείχνει να το σκέπτεται: «Να τον σπρώξω τώρα τον κοντό ή να τον αφήσω;» Ο αψηλός πάντως ζει ακόμα· και από τις δέκα εντολές:


  1. Την 1η την πιστεύει ακράδαντα κατά το ένα τρίτο
    (Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού).

  2. Τη 2η δυσκολεύεται να την τηρήσει, γιατί το κινητό του έχει κάμερα.
    (Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γή κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης).

  3. Της 3ης της έχει πετάξει δυστυχώς τα μάτια έξω
    (Ου λήψει το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω).

  4. Την 4η την εφαρμόζει με μία μέρα καθυστέρηση, γιατί την Κυριακή είναι κλειστά τα μαγαζιά και οι δημόσιες υπηρεσίες και την αφιερώνει στον έναν και μοναδικό θεό του… τον εαυτό του.
    (Εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. Τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου).

  5. Για την 5η έχει κάτι φροϋδικούς προβληματισμούς κι επίσης στα μπινελίκια κολλάνε τόσο ωραία τα «…τη μάνα μου» κλπ
    (Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης).

  6. Την 6η την εφαρμόζει, αρκεί να μην είναι ερωτευμένος με τρίτο πρόσωπο
    (Ου μοιχεύσεις).

  7. Την 7η πάλι την τηρεί, όταν δεν αφορά στο κράτος
    (Ου κλέψεις).

  8. Την 8η την πιστεύει 100% για τους ανθρώπους, στα υπόλοιπα ζωντανά και κυρίως στα έντομα κάνει κάποιες εκπτώσεις
    (Ου φονεύσεις).

  9. Την 9η την τιμά περισσότερο από όλες τις άλλες. Δεν χρειάζεται να ψευδομαρτυρήσει. Η αλήθεια είναι υπεραρκετή για να κατηγορήσει όποιον δεν χωνεύει.
    (Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή).

  10. Κι επειδή έχει φιλοσοφήσει τη ζωή, τηρεί και την 10η, εκτός αν ισχύει ο όρος της 6ης
    (Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστί).


Πάνω απ’ όλα όμως αρνείται να υπακούει σε εντολές…
...

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

Αν είναι να χαθείς, θε να χαθείς…














Ήταν πάντα ξένη. «Ούτε ψάρι, ούτε κρέας», συνήθιζε να λέει. Ζούσε μια ζωή αλλόκοτη. Για τους γύρω της τερατώδη. Όλοι ακόμα αναρωτιούνται, πώς επέζησε από ‘κείνη την εποχή. Την τόσο μακρινή πια… Κι όμως… εκείνα τα χρόνια του πλήρους χασίματος τής έδωσαν πίσω την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, που της είχαν κλέψει κανα-δυο χρόνια πριν τα παιδιά της καλής κοινωνίας.

Κοριτσάκι ακόμα -ήταν, δεν ήταν στα 17- τριγύρναγε τις νύχτες στα Εξάρχεια μ’ ένα πεντακοσάρικο στην τσέπη. Καθόταν στη μπάρα μονάχη, έπινε φθηνά ποτά κι αναβόσβηνε τσιγάρα. Μιλούσε με όλους, χόρευε νωχελικά πάνω στο ετοιμόρροπο σκαμπό της κι έπαιρνε πάντα τα κλειδιά από τα μαγαζιά, σιγοτραγουδώντας και τρικλίζοντας πάνω στα ψηλοτάκουνά της…

Ξημερωνόταν με αγνώστους, πότε στα πατσατζίδικα της Αθηνάς, πότε σε κάτι περίεργα loft-παλιές βιοτεχνίες, πότε ξαπλωμένη στα παγκάκια της πλατείας… Ένα πρωί ξύπνησε μέσα σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι υπό κατάληψη, περιτριγυρισμένη από ζάκια. Ένας βάραγε την στιγμή που άνοιξε τα μάτια της, σ’ ένα χέρι μπλαβιασμένο και πληγωμένο από πάνω ως κάτω. Εκείνη τη μέρα ξέρασε στη βρώμικη τουαλέτα, κάτι που δεν της συνέβαινε συχνά. Είχε γερό στομάχι…

Δεν θυμάται πια τις φάτσες όλων αυτών των ανθρώπων. Θυμάται μόνο κάτι γραπτά… Κουβαλούσε πάντα μαζί της την τσάντα του σχολείου. Μια ανοιχτόχρωμη, δερμάτινη από ‘κείνο το δέρμα που έφτιαχναν τα σανδάλια στο Μοναστηράκι. Εκείνο που για πάντα κουβαλάει πάνω του τη μυρωδιά του ζώου που σφάξανε για να το φτιάξουν. Όλη της η περιουσία εκεί μέσα: τα βιβλία της, τσιγάρα και χαρτάκια διαφόρων ειδών, από κόλλες τετραδίου έως χαρτοπετσέτες όπου έγραφε πάνω τις μεθυσμένες της σκέψεις.

Ακόμα έχει και ξαναδιαβάζει εκείνο το μπιλιετάκι, που της είχε χώσει μες στην τσάντα ένας «φιλαράκος», ο θηλυπρεπής ξανθοβαμμένος που την κουβάλησε ως το παλιό σπίτι: «Είσαι ο γαλάζιος μου άγγελος»… Ανέκαθεν τραβούσε πάνω της παράξενα όντα, ερμαφρόδιτα, που διατίθονταν να εγκαταλείψουν τα παλιά τους χούγια για πάρτη της. Πόσες φορές είχε ακούσει εκείνο το «Άλλαξα»!

«Δεν είμαι εγώ αυτή που θα σε σώσει, γλυκέ μου…»

Δεν άφηνε να την πολυαγγίζουν… Ξενοκοιμόταν μπρούμυτα, με τα χέρια να κρύβουν επιμελώς τα υπερανεπτυγμένα της στήθη να μην ξεχειλίζουν δεξιά-αριστερά και προκαλούν. Κανένας δεν την πείραξε δίχως τη θέλησή της, κανένας δεν της έριξε «πράγματα» μες στο ποτό. Όλα εκείνα τα λεγόμενα αποβράσματα της κοινωνίας -που ποτέ βέβαια δεν την είδαν και ως δικιά τους- τη σέβονταν με έναν τρόπο που δεν διέκρινε συχνά στα μάτια των «καλών παιδιών». Την πρόσεχαν σαν τη μικρή μασκότ του ναυαγισμένου τους κόσμου…

Και κάθε πρωί, νωρίς-νωρίς, τη συνόδευαν μ’ ένα μαστουρωμένο χαμόγελο στα χείλη ως την πλατεία να πάρει το λεωφορείο της. Προς τα πάνω… Να πάει να κοιμηθεί στις ευρύχωρες τουαλέτες του high σχολείου της. «Chao bambina…», της έγνεφαν, καθώς απομακρυνόταν αργά προς τον άλλο της κόσμο. «Τα λέμε ξανά το βράδυ…»

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

Κουτσομπολιά






Κάτω στην Πελοπόννησο, που πήγα το Πάσχα, μείναμε σ’ ένα ξενοδοχείο. Τα βραδάκια, ο καλός μου κοιμόταν για λίγο κι εγώ την έβγαζα στo μπαράκι του lobby, χαζεύοντας τον κόσμο που μαζευόταν σιγά-σιγά για το δείπνο.

Η γενιά του Πολυτεχνείου
Οι περισσότεροι ήταν ζευγάρια γύρω στα 50 με μικρά παιδιά. Πρώτη διαπίστωση και όχι καινούρια, ήταν πως οι Έλληνες αργούν πολύ να γεννήσουν. Κατέβαιναν λοιπόν ντυμένοι μάλλον casual, αλλά ακριβά και κομψά και έπαιρναν ένα απεριτίφ στους καναπέδες.
Τα παιδιά ήταν σοβαρά και ήσυχα. Κάθονταν σα χαμένα δίπλα στους αμίλητους γονείς τους και έπιναν βαριεστημένα κάποια πορτοκαλάδα.
Οι κυρίες είχαν όλες ένα απίστευτα κουρασμένο ύφος:
«Τι κάνω τώρα στο κολοχώρι με το μαλάκα; Άντε να τελειώσουν οι μέρες…»
Και οι άντρες κατέβαιναν με τον αέρα του επιτυχημένου επιχειρηματία· βλοσυροί και έτοιμοι ανά πάσα στιγμή για τσαμπουκά. Τσαμπουκά όχι βέβαια χουλιγκανικού τύπου, τον άλλον τσαμπουκά, τον κυριλέ: «Ψάχνω κάτι να σας κάνω φασαρία, γιατί ξέρετε ποιος είμαι εγώ;»

Τα φτωχά παιδιά της επαρχίας
Τα παιδιά του ξενοδοχείου ήταν όμως καλά εκπαιδευμένα, δεν άφηναν περιθώρια, τους εξυπηρετούσαν όλους στην εντέλεια, ενώ στο πίσω μέρος του μυαλού τους έχτιζαν τα μελλοντικά τους παλάτια. Ελπίζω όχι στην άμμο…

Generation X
Κάποια στιγμή ανέφερα το γεγονός της βλοσυρότητας σε μια φίλη:
«Μετά τα 45-50 γίνονται οι άντρες κακοί, στραβοί κι ανάποδοι ή μου φαίνεται;»
«Τι εννοείς οι άντρες;»
μου απάντησε πολύ γρήγορα, «όλοι γινόμαστε έτσι. Τι περιμένεις δηλαδή να γίνεσαι γερνώντας; Καλός, γλυκός και ήπιος;»
Μεγάλη εντύπωση μου έκανε η έτοιμη από πριν απάντησή της.
«Γιατί, ρε;» της λέω «Εσύ μεγαλώνοντας κακιώνεις;»
«Αν κακιώνω; Μια σκύλα όρθια γίνομαι. Τίποτα δεν γουστάρω, όλα μου φταίνε και φωνάζω συνέχεια σαν τρελή»!

Η φίλη μου δεν δίνει καθόλου αυτήν την εντύπωση, αλλά για να το λέει…
«Δεν κάνω τίποτα άλλο απ’ το να δουλεύω, να δουλεύω, να δουλεύω… Κι ο άλλος δεν σηκώνει κουβέντα. Με το που του μιλάς, αρχίζει και βρίζει».
Μάλιστα… Η δουλειά χαλάει τον άνθρωπο, σκέφτηκα από μέσα μου και ρούφηξα κι εγώ βαριεστημένα άλλη μια τζούρα απ’ το ποτό μου…

Η 30άρα Ευρωπαία
Στην Ελλάδα αυτές τις μέρες, ήταν και μια εξαδέλφη μου εκ Παρισίων, η οποία ουδέποτε έχει δουλέψει στη ζωή της. Είναι 34 ετών, αλλά νοιώθει και συμπεριφέρεται σαν 60· δεν έχει ασχολίες, δεν έχει φίλους και γνωστούς, δεν έχει γκόμενο… Το μόνο που έχει είναι τσιγγουνεμένα λεφτά και μια καραμπινάτη κατάθλιψη.
«Να πιάσεις μια δουλειά» τη συμβουλεύαμε όλοι. «Να ασχολείσαι με κάτι, να ξεχνιέσαι, να γνωρίσεις και κανέναν άνθρωπο…»
Αϊ στο διάολο, μαλακισμένο, σκεπτόμουν από μέσα μου… Τεμπελχανείο του κερατά, που μόνο να παραπονιέσαι ξέρεις…

Η 20χρονη μετανάστρια
Μαζί μας ήταν κι ένα 20χρονο κορίτσι από την Αλβανία, κόρη της παλιάς βοηθού της θείας μου, που είναι κοντά μας από παιδί και έχει γίνει πια σχεδόν μέλος της οικογένειάς μας. Σπουδάζει, δουλεύει, έχει χιλιάδες φίλες και φίλους, διασκεδάζει και είναι συνέχεια με το χαμόγελο στα χείλη. Τώρα μάλιστα ετοιμάζεται να μείνει μόνη της, για να έχει την ανεξαρτησία της.
Το αλβανικό αίμα, που κυλά στις φλέβες της, μου φαίνεται μια χαρά. Η ανηθικότητα που δημιούργησε το αλβανικό καθεστώς στους πολίτες του αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα κοινωνιολογικής έρευνας, το αλβανικό γονίδιο όμως όχι.
Ελπίζω να μην την τσακίσει κι αυτήν η δουλειά. Ελπίζω να μην την τσακίσει ο ρατσισμός, που μέχρι στιγμής τον αντιμετωπίζει με κατανόηση. Ελπίζω να μην την τσακίσει η ζωή. Ελπίζω μήπως να μην «ωριμάσει» ποτέ;

Ο ανιψιός
Α! Είναι κι ο ανιψιός μου, που μετά τους Ολυμπιακούς, το Euro, τη Eurovision και το Μουντομπάσκετ, ρωτάει στα 8 του: «Μπαμπά, πες μου… εμείς οι Έλληνες χάνουμε ποτέ;»
Αυτός ελπίζω να ωριμάσει…

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

Ποιος ξέρει γιατί…
















Η μάνα του έδειχνε καταφανώς την προτίμησή της στον άλλο γιο, στον αδελφό του. Γιατί; Ποιος ξέρει;… Αδυναμίες. Τότε δεν υπήρχαν και πολλές ψυχολογικές θεωρίες, ούτε και ήταν καμιά μορφωμένη γυναίκα. Έτσι ένοιωθε, έτσι έκανε.

Εκείνος έπρεπε να κοιμάται στο κακό κρεβάτι, να τρώει το μικρό κομμάτι, να μάθει, πως οι αγκαλιές δεν είχαν φτιαχτεί γι’ αυτόν. Από παιδί έπρεπε να δουλεύει, για να σπουδάσει ο μικρός. Νυχτερινό πήγε κι αυτό γιατί είχε τόση όρεξη για μάθηση. Όρεξη, που υπό άλλες συνθήκες ίσως να τον είχε κάνει κάτι σημαντικό στον τομέα των Γραμμάτων.

Μορφώθηκε μες απ' τη ζωή, στο πεζοδρόμιο, διάβασε βιβλία πολλά, έγινε λαϊκός πολυμαθής. Εκείνο που δεν έμαθε ποτέ ήταν, τι θα πει αγάπη. Απελπισμένος την έψαχνε στις γυναίκες, σε πρόσκαιρες και μόνιμες –συχνά ταυτόχρονες- σχέσεις. Ερωτευόταν άβγαλτες πιτσιρίκες, ερωτευόταν τις υπηρέτριες… Ήθελε άραγε εξουσία; Ποιος ξέρει…

Ήταν φιλόδοξος, είναι η αλήθεια, δούλεψε πολύ, είχε και το μυαλό να κάνει λεφτά σε μια εποχή δύσκολη. Αυτό ήταν το επίτευγμα της ζωής του. Αυτό και το μοναδικό, που είχε να προτείνει στους ανθρώπους ως δώρο και αντίτιμο για λίγη τρυφερότητα. Για λίγο ενδιαφέρον, έστω και πλαστό. Το χρήμα.

Δεν είχε μέσα του άλλα για να χαρίσει. Δεν είχε πάρει και πολλά, για να έχει…

Παντρεύτηκε δις, έκανε παιδιά μπόλικα. Κάποιο απ’ όλα θα τον αγαπούσε, μοιάζει να σκεπτόταν, δεν μπορεί… Κι όμως μπορεί. Δεν τον αγάπησε ποτέ κανένα.
Γιατί; αναρωτιόταν μέσα του σ’ όλη του τη ζωή.

Γιατί; αναρωτιέμαι κι εγώ τώρα. Τώρα που πια λείπει...

Μπορώ μόνο να θυμηθώ, πώς όταν σε κοίταζε, ήταν σα να σου λέει:
«Σ’ αγαπώ, αλλά μόλις δω αντίκρισμα, θα σε τσακίσω».
Ναι… αυτό ήταν μάλλον το γιατί… Όσο κι αν αποζητούσε την αγάπη, πάντα διαφαινόταν από πίσω η επιθυμία να εκδικηθεί. Να εκδικηθεί τον άνθρωπο εν γένει…

Τον άνθρωπο, που μέχρι το τέλος είχε το πρόσωπο γυναίκας…

(Το Greenfields ήταν το αγαπημένο του τραγούδι. Ποιος ξέρει γιατί…)

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

Επιστροφή










Η σημερινή ιστορία
είναι βασισμένη στις λέξεις,
που πρότεινε ο hracker:

αγάπη, αυτοκίνητο, κυκλάμινο,
Πράγα, φως, ποτάμι, διαμάντι

Τον ευχαριστώ πολύ κι ελπίζω
να μην το βρει πολύ νταουνιάρικο.


Πόσο της άρεσαν εκείνες οι φθινοπωρινές βόλτες της στο λοφίσκο, δίπλα από το σπίτι της. Ο πατέρας της είχε αγοράσει σε ανυποψίαστο χρόνο αυτό το οικόπεδο, όταν η αξία του ήταν ακόμη μηδαμινή. Το έχτιζε για χρόνια –αργά και μεθοδικά- σαν κρασί που ωριμάζει με τον καιρό. Σήμερα η περιοχή ήταν από τις ακριβότερες της Αττικής και όλοι την ζήλευαν για την κληρονομιά της. Ο διορατικός αυτός άνθρωπος είχε δώσει τα πάντα για τη μοναχοκόρη του. Η εξαιρετική μόρφωσή της τον είχε στείλει μάλιστα κάποτε φυλακή για υπέρογκα χρέη.

Περπατούσε μόνη πάνω στον λοφίσκο, αφαιρούνταν, άδειαζε το μυαλό της από τις σκέψεις των αγχωδών ημερών της σ’ ένα επάγγελμα απαιτητικό, όπου έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει την αξία της. Ήταν μικροαστικής καταγωγής σ’ ένα χώρο γιγάντων, ήταν γυναίκα σ’ έναν χώρο αντρικό… Οι πάντες καραδοκούσαν για ένα ατόπημά της. Δεν τους έκανε τη χάρη. Έδινε σ’ αυτήν την δουλειά ολόκληρο το είναι της. Γι’ αυτό ίσως να απολάμβανε τόσο πολύ αυτές τις μοναχικές βόλτες. Είχε για λίγο την ευκαιρία να αισθανθεί ελεύθερη, ανέμελη, απαρατήρητη...

Τίμημα της τόσης της προσπάθειας ήταν η έλλειψη προσωπικής ζωής. Και αγάπης… Η αγάπη, που με τόση γλαφυρότητα περιέγραφαν τα ρομαντικά μυθιστορήματα της εφηβείας της, είχε μείνει για ‘κείνην ένα άπιαστο όνειρο, μία χίμαιρα. Ήταν ένα συμβόλαιο, που ποτέ δεν έπεσε στα χέρια της για υπογραφή. Μια υπόθεση, που τύγχανε μονάχα σε γυναίκες άλλες, ξένες, εξωτικές… δεν ήξερε, πώς να τις περιγράψει. Ίσως τελικά να ήταν απλά και μόνο γυναίκες…

Απόκτημα και τίμημα της ζωής της το ίδιο ακριβώς πράγμα: είχε ξεχάσει, είχε αφήσει πίσω την ταυτότητά της. Σαν κι αυτό το κυκλάμινο, που είχε μόλις κόψει και κρατούσε τώρα μάλλον άτσαλα στα γυμνασμένα της χέρια. Αλλού ο μίσχος του, αλλού το όμορφο κεφαλάκι του. Θα ‘λεγε κανείς πως πήγαινε να ξεκολλήσει από τη φύση του. Πλαγίως και καθέτως, έμοιαζε σα να το τράβαγε η γη προς το έδαφος, σα να προσπαθούσε να κρυφτεί από το φως του ηλίου…

Το μόνο που μαρτυρούσε πάνω της τη γυναικεία ματαιοδοξία ήταν εκείνο το κίτρινο διαμάντι, που της είχε χαρίσει ο μεγαλύτερος πελάτης της εταιρίας της. Τον είχε φτιάξει, το άξιζε. Δεν ήταν ένα δώρο σαν κι εκείνα τα πρόστυχα, που χαρίζουν οι άντρες στις πρόσκαιρες ερωμένες τους. Δεν είχε σκύψει το κεφάλι της κάτω από κανένα γραφείο για να το αποκτήσει… Του είχε βγάλει λεφτά εκείνου του χοντρού σιχαμένου. Πολλά λεφτά. Ένα διαμάντι δεν ήταν παρά η ελάχιστη μίζα απ’ τα βρώμικα κέρδη του. Η νόμιμη αμοιβή της έτσι κι αλλιώς θα μπορούσε να της αγοράσει ολόκληρο το σετ και κάτι παραπάνω…

Πλησιάζοντας η ώρα για κάποιο ακόμα σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού, κατευθύνθηκε απρόθυμα προς το σπίτι. Έκανε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες και μπήκε μέσα στο πανάκριβο, γρήγορο αυτοκίνητό της. Ήταν πολύ καλή οδηγός. Και της άρεσε η ταχύτητα. Είχε γυρίσει ολόκληρη την Ευρώπη οδηγώντας. Κάποτε μάλιστα είχε κάνει την απόσταση Βιέννη-Πράγα σε χρόνο, που θα ζήλευαν ακόμα και επίδοξοι ραλίστες. Και το κυριότερο: μόνη… Χωρίς συνοδηγό… Πάντα χωρίς συνοδηγό…

Είχε πια σκοτεινιάσει. Είχε διανύσει ολόκληρη την παραλιακή, χωρίς να την πιάσει ούτε ένα κόκκινο φανάρι. Ήταν τυχερή σ’ αυτά. Σε όλα ήταν τυχερή. Σχεδόν… Τώρα όμως έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει από την Πειραιώς, απ’ το ποτάμι. Εκεί κόλλησε. Η κατακόκκινη Porsche της δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Σ’ αυτούς τους ελεεινούς δρόμους μονάχα κάτι παπάκια τα κατάφερναν, που ελίσσονταν μέσα από την κίνηση με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου.

Εκνευρισμένη έπαιζε νευρικά τα δάχτυλα στο τιμόνι. Κάτι της διέφευγε, κάτι την ενοχλούσε. Κάτι δεν πήγαινε καλά… Ένοιωθε σαν κι εκείνον τον τρελό που είχε δει πρόσφατα στην τηλεόραση, τον άνθρωπο-σαύρα με τα χιλιάδες πράσινα τατού και την κομμένη στη μέση γλώσσα, που την πετούσε έξω με ταχύτητα ν’ αρπάξει μύγες. Δεν τα κατάφερνε κι έτρωγε τις μύγες, αφού τις βάραγε πρώτα με τη μυγοσκοτώστρα. Πάντως τις έτρωγε… Κι ένοιωθε μεγάλη περηφάνια…

Είχε πια μάλλον χάσει το ραντεβού της. Και το πιο παράξενο ήταν πως ούτε καν που την ένοιαζε. Ένοιωθε ξαφνικά κάτι σαν… αποκάλυψη, ένα αίσθημα απελευθερωτικό, υπέροχο… Στην πρώτη ευκαιρία έκανε επί τόπου στροφή και σχεδόν μηχανικά κατευθύνθηκε προς Παγκράτι.

Επί τόπου… Επέστρεφε στο πατρικό της… Επέστρεφε στον εαυτό της…