Header Painting by Agapi Hatzi

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

Ο μελλοθάνατος

Ήταν εξαρτημένος από την κοκαΐνη και πολύ εριστικός. Θα έλεγε κανείς, πως επιζητούσε τον πόνο. Οι νύχτες του τελείωναν συνήθως στους δρόμους του νησιού με πέντε γνωστούς ή αγνώστους από πάνω του να τον σαπίζουν στο ξύλο. Αναίσθητο σχεδόν τον κουβαλούσαν στο δωμάτιο που νοίκιαζε. Είχε σε όλο του το σώμα σημάδια. Τα πιο πρόσφατα ήταν κάτι τεράστιες τρύπες στα πόδια. Οι τελευταίοι του βασανιστές είχαν χρησιμοποιήσει μαδέρια με σκουριασμένα καρφιά.

Κάθε πρωί ξυπνούσε βογκώντας και ψαχουλεύοντας τις καινούριες του πληγές. Ούτε καν τις περιποιούνταν όμως. Τις αγνοούσε επιδεικτικά, έβαζε τα όμορφα ρουχαλάκια του -ντυνόταν εκκεντρικά και ήταν πάντα πολύ καθαρός, όταν ξεκινούσε τη μέρα του- και έβγαινε με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη για καφέ στην πλατεία. Κυκλοφορούσε με μία παρέα, που τον μιμούνταν σε όλα. Μια μικρή συμμορία, που μόνο της σκοπό στη ζωή είχε να προκαλεί τη μικρή κοινωνία του νησιού και τους επισκέπτες του.

Μετά τον καφέ έκανε περατζάδα μπροστά από τα καταστήματα της Χώρας. Προσποιούνταν πως κρατούσε στα χέρια του μαστίγιο, που το κατάφερνε στις πλάτες των ήδη ταλαιπωρημένων απ’ τα χαράματα πωλητών: «Δουλεύετε, σκλάβοι!», τους πετούσε στα μούτρα σαρκάζοντας και συνέχιζε την ανηφοριά του κορδωμένος περισσότερο κι από παγώνι σε περίοδο ερωτικού οίστρου.

Δεν ήταν κακός, ήταν μόνο παράξενος και του άρεσε να τσιγκλάει τα «ανθρωπάκια» γύρω του, να τα «ξυπνάει» από τις καθημερινές τους ασχολίες και μικροσκέψεις. Η κοκαΐνη του χάριζε ένα αίσθημα απόλυτης πνευματικής και σωματικής εγρήγορσης και ανωτερότητας και τον έκανε επίσης να θεωρεί τον εαυτό του άτρωτο. Ίσως να μην ήταν καν η κοκαΐνη. Ίσως να ήταν σχιζοφρενής και επέλεξε την ουσία που ταίριαζε στην ήδη διαταραγμένη ψυχοσύνθεσή του. Πάντως τον χαρακτήριζε μια βιαιότητα εσωτερική και εξωτερική. Σίγουρα δεν έκανε για διπλωμάτης…

Παρ’ όλ’ αυτά δεν θα μπορούσες να τον πεις αποτυχημένο, ούτε και τεμπέλη. Είχε καταφέρει να φτιάξει μια σειρά club πάνω στο νησί, από τα πιο προσοδοφόρα και δημοφιλή ολόκληρων των Κυκλάδων. Μέχρι τα 35 του είχε γίνει ήδη ένας ζωντανός θρύλος της νύχτας. Έβγαζε πολλά χρήματα -τα χρειαζόταν εξάλλου, για να ικανοποιεί τις ακριβές επιθυμίες και εξαρτήσεις του. Και τα γούστα του. Όλα έπρεπε πάντα να είναι στην εντέλεια για την παράξενη ομολογουμένως, αλλά άκρως ανεπτυγμένη και ενδιαφέρουσα άποψή του περί αισθητικής.

Και με τις γυναίκες δεν τα κατάφερνε άσχημα. Είχε «κάτι». Στην πορεία τα χάλαγε, καθώς τους έκανε δημόσιες σκηνές ζήλιας απείρου κάλλους και τις έστελνε κι αυτές στο σπίτι να περιποιηθούν τα τραύματά τους. Μια φορά, σε μια απ’ τις συνηθισμένες του με τον καιρό κρίσεις, είχε σφάξει τη γάτα της φιλενάδας του, για να γίνουν πιο σαφείς οι προσδοκίες του απ’ αυτήν. Κάποια νεαρή Αγγλίδα, που έπεσε κι αυτή θύμα της ιδιότυπης γοητείας του, αποφάσισε να μείνει πλάι του στο νησί και μάλιστα να γεννήσει τα παιδιά του. Παρέμεινε μαζί του μέχρι το τέλος.

Το τέλος, που τον βρήκε πριν προλάβει να πατήσει τα 45. Κατέρρευσε μέρα-μεσημέρι μέσα σε ένα café, μπροστά στα μάτια των λιγοστών θαμώνων του μαγαζιού. Η γραμμή της Ζωής στην παλάμη του έτσι κι αλλιώς κάθε ημέρα μίκραινε. Ήταν φανερό, πως θα πεθάνει νέος. Και εξάλλου, τι να ‘κανε από ‘κεί και πέρα; Η σπιρτάδα των νιάτων είχε αντικατασταθεί από ένα κατεστραμμένο μυαλό κι ένα χιλιοβασανισμένο σώμα. Και η ψυχή του είχε μαυρίσει...



...μόνο μια μέρα -ελάχιστα πριν το θάνατό του- θυμήθηκε μια κοπέλα από τα παλιά, που τον είχε αγαπήσει και τον είχε αποδεχτεί έτσι ακριβώς όπως ήταν. Ήταν ίσως η μοναδική γυναίκα, που είχε συναντήσει στη ζωή του και δεν τον φοβόταν. Γι' αυτό και δεν την είχε αγγίξει με βία ποτέ. Παράξενο κορίτσι… Του ‘λεγε το «Σ’ αγαπώ» ανενδοίαστα, κοιτάζοντάς τον τρυφερά, αλλά και περιπαικτικά μέσα στα μεθυσμένα του μάτια. Δεν είχε θέση στη ζωή του τότε: ήταν μια τρελή πιτσιρίκα, θα την κατέστρεφε.

Όμως εκείνη τη μέρα, τόσα χρόνια μετά και λίγο πριν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, στον οποίο δεν κατάφερε ποτέ να χωρέσει, την πήρε στο τηλέφωνο και της είπε με σπασμένη φωνή: «Κι εγώ σ΄ αγαπώ… πολύ…»

Κι εκείνη τον αγαπά ακόμα... πολύ... κι ας ήταν τόσο, μα τόσο χαμένος...