Header Painting by Agapi Hatzi

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

Επιστροφή










Η σημερινή ιστορία
είναι βασισμένη στις λέξεις,
που πρότεινε ο hracker:

αγάπη, αυτοκίνητο, κυκλάμινο,
Πράγα, φως, ποτάμι, διαμάντι

Τον ευχαριστώ πολύ κι ελπίζω
να μην το βρει πολύ νταουνιάρικο.


Πόσο της άρεσαν εκείνες οι φθινοπωρινές βόλτες της στο λοφίσκο, δίπλα από το σπίτι της. Ο πατέρας της είχε αγοράσει σε ανυποψίαστο χρόνο αυτό το οικόπεδο, όταν η αξία του ήταν ακόμη μηδαμινή. Το έχτιζε για χρόνια –αργά και μεθοδικά- σαν κρασί που ωριμάζει με τον καιρό. Σήμερα η περιοχή ήταν από τις ακριβότερες της Αττικής και όλοι την ζήλευαν για την κληρονομιά της. Ο διορατικός αυτός άνθρωπος είχε δώσει τα πάντα για τη μοναχοκόρη του. Η εξαιρετική μόρφωσή της τον είχε στείλει μάλιστα κάποτε φυλακή για υπέρογκα χρέη.

Περπατούσε μόνη πάνω στον λοφίσκο, αφαιρούνταν, άδειαζε το μυαλό της από τις σκέψεις των αγχωδών ημερών της σ’ ένα επάγγελμα απαιτητικό, όπου έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει την αξία της. Ήταν μικροαστικής καταγωγής σ’ ένα χώρο γιγάντων, ήταν γυναίκα σ’ έναν χώρο αντρικό… Οι πάντες καραδοκούσαν για ένα ατόπημά της. Δεν τους έκανε τη χάρη. Έδινε σ’ αυτήν την δουλειά ολόκληρο το είναι της. Γι’ αυτό ίσως να απολάμβανε τόσο πολύ αυτές τις μοναχικές βόλτες. Είχε για λίγο την ευκαιρία να αισθανθεί ελεύθερη, ανέμελη, απαρατήρητη...

Τίμημα της τόσης της προσπάθειας ήταν η έλλειψη προσωπικής ζωής. Και αγάπης… Η αγάπη, που με τόση γλαφυρότητα περιέγραφαν τα ρομαντικά μυθιστορήματα της εφηβείας της, είχε μείνει για ‘κείνην ένα άπιαστο όνειρο, μία χίμαιρα. Ήταν ένα συμβόλαιο, που ποτέ δεν έπεσε στα χέρια της για υπογραφή. Μια υπόθεση, που τύγχανε μονάχα σε γυναίκες άλλες, ξένες, εξωτικές… δεν ήξερε, πώς να τις περιγράψει. Ίσως τελικά να ήταν απλά και μόνο γυναίκες…

Απόκτημα και τίμημα της ζωής της το ίδιο ακριβώς πράγμα: είχε ξεχάσει, είχε αφήσει πίσω την ταυτότητά της. Σαν κι αυτό το κυκλάμινο, που είχε μόλις κόψει και κρατούσε τώρα μάλλον άτσαλα στα γυμνασμένα της χέρια. Αλλού ο μίσχος του, αλλού το όμορφο κεφαλάκι του. Θα ‘λεγε κανείς πως πήγαινε να ξεκολλήσει από τη φύση του. Πλαγίως και καθέτως, έμοιαζε σα να το τράβαγε η γη προς το έδαφος, σα να προσπαθούσε να κρυφτεί από το φως του ηλίου…

Το μόνο που μαρτυρούσε πάνω της τη γυναικεία ματαιοδοξία ήταν εκείνο το κίτρινο διαμάντι, που της είχε χαρίσει ο μεγαλύτερος πελάτης της εταιρίας της. Τον είχε φτιάξει, το άξιζε. Δεν ήταν ένα δώρο σαν κι εκείνα τα πρόστυχα, που χαρίζουν οι άντρες στις πρόσκαιρες ερωμένες τους. Δεν είχε σκύψει το κεφάλι της κάτω από κανένα γραφείο για να το αποκτήσει… Του είχε βγάλει λεφτά εκείνου του χοντρού σιχαμένου. Πολλά λεφτά. Ένα διαμάντι δεν ήταν παρά η ελάχιστη μίζα απ’ τα βρώμικα κέρδη του. Η νόμιμη αμοιβή της έτσι κι αλλιώς θα μπορούσε να της αγοράσει ολόκληρο το σετ και κάτι παραπάνω…

Πλησιάζοντας η ώρα για κάποιο ακόμα σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού, κατευθύνθηκε απρόθυμα προς το σπίτι. Έκανε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες και μπήκε μέσα στο πανάκριβο, γρήγορο αυτοκίνητό της. Ήταν πολύ καλή οδηγός. Και της άρεσε η ταχύτητα. Είχε γυρίσει ολόκληρη την Ευρώπη οδηγώντας. Κάποτε μάλιστα είχε κάνει την απόσταση Βιέννη-Πράγα σε χρόνο, που θα ζήλευαν ακόμα και επίδοξοι ραλίστες. Και το κυριότερο: μόνη… Χωρίς συνοδηγό… Πάντα χωρίς συνοδηγό…

Είχε πια σκοτεινιάσει. Είχε διανύσει ολόκληρη την παραλιακή, χωρίς να την πιάσει ούτε ένα κόκκινο φανάρι. Ήταν τυχερή σ’ αυτά. Σε όλα ήταν τυχερή. Σχεδόν… Τώρα όμως έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει από την Πειραιώς, απ’ το ποτάμι. Εκεί κόλλησε. Η κατακόκκινη Porsche της δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Σ’ αυτούς τους ελεεινούς δρόμους μονάχα κάτι παπάκια τα κατάφερναν, που ελίσσονταν μέσα από την κίνηση με τη μεγαλύτερη ευκολία του κόσμου.

Εκνευρισμένη έπαιζε νευρικά τα δάχτυλα στο τιμόνι. Κάτι της διέφευγε, κάτι την ενοχλούσε. Κάτι δεν πήγαινε καλά… Ένοιωθε σαν κι εκείνον τον τρελό που είχε δει πρόσφατα στην τηλεόραση, τον άνθρωπο-σαύρα με τα χιλιάδες πράσινα τατού και την κομμένη στη μέση γλώσσα, που την πετούσε έξω με ταχύτητα ν’ αρπάξει μύγες. Δεν τα κατάφερνε κι έτρωγε τις μύγες, αφού τις βάραγε πρώτα με τη μυγοσκοτώστρα. Πάντως τις έτρωγε… Κι ένοιωθε μεγάλη περηφάνια…

Είχε πια μάλλον χάσει το ραντεβού της. Και το πιο παράξενο ήταν πως ούτε καν που την ένοιαζε. Ένοιωθε ξαφνικά κάτι σαν… αποκάλυψη, ένα αίσθημα απελευθερωτικό, υπέροχο… Στην πρώτη ευκαιρία έκανε επί τόπου στροφή και σχεδόν μηχανικά κατευθύνθηκε προς Παγκράτι.

Επί τόπου… Επέστρεφε στο πατρικό της… Επέστρεφε στον εαυτό της…