Header Painting by Agapi Hatzi

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2007

Έρως


Σήμερα είναι η σειρά της γλυκιάς μου debby.
Έδωσε υπέροχες λέξεις:

πλημμυρισμένος, ξάστερος, λυτρώνω, κατασπαράζω, λαχτάρα.

Όμως εγώ είμαι κουρασμένη και το γραπτό χυμαδιό.
Είμαι σίγουρη παρ' όλ' αυτά,
πως η debby θα καταλάβει κα θα με συγχωρήσει...

Δεν θα προτείνω λέξεις. Έχω την αίσθηση, πως το παιχνίδι -και οι παίκτες- εξαντλήθηκαν. Ίσως μόνο, αν θέλει, η pixie να γράψει με τις αγγλικές λέξεις stupid, freedom, hierarchy, vulnerable, taste.

Ευχαριστώ πολύ τους 4, που με προ(σ)κάλεσαν να παίξω. Πραγματικά με ενέπνευσαν.


Ήταν ερωτευμένη. Πολύ. Η λαχτάρα της δεν είχε όρια, δεν είχε ταβάνι, όπως έλεγε στις φιλενάδες της, προσπαθώντας να το διακωμωδήσει. Τι να διακωμωδήσει… Η ψυχή της το ήξερε, τι τραβούσε… Τι κλάμα έριχνε τα βράδια, όταν εκείνος χανόταν, όταν δεν έδινε σημεία ζωής. Ή τις φορές που της μιλούσε αδιάφορα, συγκαταβατικά, απόμακρα...

Ήταν ο έρωτας της ζωής της, το πίστευε. Το πίστευε κι ας η πείρα την είχε διδάξει, πως ποτέ δεν ξέρεις, ποτέ δεν μπορείς να καταλάβεις, παρά μονάχα από μακριά. Όταν όλα έχουν πια τελειώσει κι εσύ θεατής της πρότερης ζωής σου, σαν κριτικός κινηματογράφου, κάνεις replay τις σκηνές και βαθμολογείς ηθοποιία.

Όχι, αυτός ήταν αληθινός, ήταν το έργο, που δεν θα τελείωνε ποτέ. Το έργο που ξανά και ξανά θα αναμάσαγε χαμογελώντας τις ατάκες του μέχρι τα βαθιά γηρατειά της.

Ναι, τον πίστευε… Τον έβλεπε, όπως κοιτάζει το παιδί τον ξάστερο ουρανό τις νύχτες του καλοκαιριού και τρέχει αμέριμνα στον κήπο να πάρει το μπαλάκι που τού ‘πεσε κατά λάθος. Χωρίς να φοβάται το φίδι της φαντασίας του, μέσα από τις φυλλωσιές χώνει το χέρι και το ψάχνει. Μόνη του έγνοια το παιχνίδι… Ευτυχία…

Η ψυχή της πλημμυρισμένη προσμονή, ανυπομονησία.... Να τρέξει να τον βρει, να τον αγγίξει, να χαζέψει το ταξιδιάρικο βλέμμα του. Να χαθεί στις σιωπές και τις παύσεις του. Πόσο περίμενε… πόσο περίμενε τα πάντα… Από τη λέξη μέχρι την κίνηση, από το τηλεφώνημα μέχρι την πάντα αργοπορημένη άφιξή του στα λιγοστά ραντεβού τους.
Πάντα περίμενε. Και πάντα υπήρχε μια δικαιολογία, πάντα συνέτρεχε κάποιος λόγος.

Ποτέ δεν φαντάστηκε, πως περιμένει κάτι που δεν θα ερχόταν ποτέ…
Γιατί απλά δεν υπήρχε, ήτανε όλα στο μυαλό της…

Ήξερε, δεν ήξερε; Δεν ήξερε πως ο έρωτας κατασπαράσσει μόνον τον ερωτευμένο;
Πως ο άλλος είναι μονάχα το καθρέφτισμα του πόθου μας σ’ έναν καθρέφτη ανύπαρκτο;
Τι ξόδεμα, τι λάθος… Πόσο αφέθηκε σε χίμαιρες, που εκείνη -ειδικά εκείνη- θα έπρεπε να ξέρει… Τόσοι άνθρωποι είχαν κλάψει πάνω στη γυάλινη επιφάνεια του δικού της καθρέφτη… Στην εικόνα…

Τώρα ήταν αργά… Έβλεπε κι αυτή την όψη της κατακερματισμένη ν’ απλώνεται ακατάστατα στο χώρο και στο χρόνο της αδράνειας. Μία κλοτσιά και πάμε, μέχρι να βρούμε τοίχο στο άπειρο… Ανήμπορη, μουδιασμένη χάζευε τα κομμάτια της ψυχής της κι αναρωτιόταν: θα τη λύτρωνε ποτέ η αγάπη; Θα τη λύτρωνε ποτέ κάτι άλλο, πέρα από τη λήθη;

Όλα ήταν ένα παιχνίδι, που τελείωνε άδοξα και έπρεπε πάλι να πέσει για ύπνο…
Όμως οι μέρες της είχαν αρχίσει να φθινοπωριάζουν. Και σχολείο δεν ήθελε να ξαναπάει.

Δεν ήταν πια παιδί…
...