Header Painting by Agapi Hatzi

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2007

Φτιάχνοντας το παραμύθι

Εκεί που κοιμόμαστε και βλέπουμε όνειρα όμορφα και ηδονικά, ξαφνικά ξυπνάμε ένα πρωινό και συνειδητοποιούμε, πως βαριόμαστε φρικτά. Μιας και δεν ξέρουμε λοιπόν, τι να κάνουμε με την τελματωμένη μας ζωή, λέμε συνωμοτικά από μέσα μας: «Ας φτιάξω ένα παραμύθι να περνάω καλύτερα»

Αρχίζουμε λοιπόν και ψάχνουμε ήρωες, τόπο και χρόνο, αρχή και τέλος, πλοκή, ατάκες. Επειδή όμως, τα μισά είναι ήδη προκάτ, ήτοι η ηρωίδα θα είμαστε εμείς, ο τόπος εδώ κι ο χρόνος τώρα, κύριο μέλημα και πρόβλημα είναι κατ’ αρχήν η εύρεση ή καλύτερα η εφεύρεση του κεντρικού ήρωα.

Απλό είναι: διαλέγουμε ένα πραγματικό τυχαίο πρόσωπο και το ντύνουμε με όποιον χαρακτήρα θέλουμε. Τον στολίζουμε με τις ιδιότητες, που πάντα θαυμάζαμε σ’ έναν άντρα, τον πλάθουμε στη φαντασία μας όπως μας αρέσει και προχωράμε στο επόμενο βήμα: την αρχή.

Η αρχή είναι κι αυτή ψιλοπροκάτ: η γνωριμία των ηρώων και ο κεραυνοβόλος έρως. Η ηρωίδα δεν έχει πρόβλημα μ’ αυτό, γιατί όλα είναι ιδανικά πλασμένα στο μυαλό της, οπότε πέφτει στον έρωτά του ακαριαία και χωρίς πολλές κουβέντες. Ο ήρωας όμως, ο οποίος μόλις μπήκε στο παραμύθι και δεν έχει ιδέα, τι πρέπει να κάνει για να ικανοποιήσει την ηρωίδα, αρχίζει και ψελλίζει αραιά και πού καμιά κουβέντα.

Έτσι είναι πάντα οι ήρωες των παραμυθιών: σοβαροί, λιγομίλητοι κι απόμακροι. Έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς θα το κάνουμε παιδική χαρά το παραμύθι… Αλλά: ό,τι και να λέει είναι έτσι κι αλλιώς αδιάφορο. Η ηρωίδα ακούει αυτά που θέλει να ακούσει.

Της λέει αυτός π.χ. «Δεν είμαι ερωτευμένος μαζί σου», αυτή ακούει «Σε θέλω σαν τρελός, αλλά φοβάμαι να στο δείξω».
Της λέει «Με πιέζεις. Δεν μπορώ να ασχολούμαι συνέχεια μαζί σου», αυτή ακούει «Αγάπη μου, είμαι πολυάσχολος, αλλά στην πραγματικότητα η μόνη μου έγνοια είναι πότε θα σε δω»

Η ηρωίδα λοιπόν έχει φτιάξει μέσα στο μυαλό της τις ατάκες, απλώς για να είναι το παραμύθι πιο ρεαλιστικό, μιλάει κι ο ήρωας, να πει κι αυτός κάτι. Αλλά δεν είναι μόνο οι ατάκες έτοιμες στο μυαλό της, είναι και η ερμηνεία όλων των κινήσεών του.

Την στήνει ας πούμε επανειλημμένως κι εκείνη ξέρει, βαθιά μέσα της, πως αυτό είναι μια σπασμωδική αντίδρασή του στον παράφορο έρωτα που νοιώθει γι’ αυτήν: δεν πρέπει να δείξει ανυπόμονος, γι’ αυτό κόβει βόλτες γύρω απ’ το τετράγωνο επίτηδες για ν’ αργήσει.

Ή περπατάει μπροστά τρέχοντας και αφήνοντας την ηρωίδα να τον κυνηγάει με τα τακούνια.
Ή όταν βγαίνουν με παρέα, δεν της απευθύνει καθόλου το λόγο.
Ή -ακόμα καλύτερα- μιλάει συνεχώς με άλλες και μάλιστα δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον γι’ αυτές.
Ή δεν αναφέρει ποτέ σε κανέναν φίλο του την ύπαρξή της.
Ή όταν αποχωρίζονται, τη βάζει σε ταξί, αντί να την πάει ο ίδιος σπίτι.

Όλες αυτές οι πράξεις του δείχνουν μία και μοναδική αλήθεια: πως τη σέβεται τόσο πολύ, που δεν θέλει να δίνει δικαιώματα στους γύρω. Κρύβοντας με πόνο ψυχής τα αληθινά του αισθήματα, καταφέρνει να δείχνουν προς τα έξω σαν δύο ξένοι… Την προστατεύει· για να μην τους πιάσουν στο στόμα τους οι κακές οι γλώσσες.

Κάπως έτσι λοιπόν πηγαίνει η πλοκή σχεδόν μέχρι το τέλος. Σταδιακά βεβαίως, όλα αυτά τα ιπποτικά συναισθήματα του ήρωα αυξάνονται, εντείνονται, λαμβάνουν σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Μέχρι σημείου, η ηρωίδα να τον λατρεύει σα Θεό. Έναν Θεό, που βασιλεύει μακριά της, κάπου στα ουράνια…

Έτσι που λέτε… Θέλετε το τέλος; Όχι! Τα παραμύθια -όπως έχουμε ξαναπεί- τα λέμε μόνο μέχρι τη μέση. Και όλα κλείνουν με μια όμορφη φράση:

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς –οπωσδήποτε!- καλύτερα…»
...