Header Painting by Agapi Hatzi

Σάββατο, Ιανουαρίου 27, 2007

Μόνη














«Είμαι κουρασμένος κι εσύ παράλογη. Πρέπει ν’ ανοίξω κι εγώ ένα blog, ν' αφήνω εκεί τις καθημερινές μου σκέψεις», έγραφε στο κλείσιμό του το μπιλιετάκι μ’ έναν γραφικό χαρακτήρα καθαρό, όμορφο θα τον έλεγες. Δεν πρόδιδε καμία κούραση, μόνο ένα ψέμα, μια εγκατάλειψη κι ένα κεκαλυμμένο αντίο…

Είχε σκοτωθεί μ’ όλον τον κόσμο. Εγκατέλειπε κι εκείνη τον άντρα της, να κάνει μια καινούρια ζωή. Είχε δεχθεί ψυχολογική πίεση και εχθρότητα απ’ τα πεθερικά της. Άνθρωποι προσκολλημένοι στο χρήμα, με διάθεση να εξουσιάζουν τους πάντες. «Να βάλετε τα λεφτά σας εκεί που ξέρετε», ήταν η τελευταία της φράση. Εκείνος την είχε ακολουθήσει, αλλά μόνο και μόνο για να βρει λίγο αργότερα μια πιτσιρίκα.

Οι δικοί της γονείς μάλλον αδιάφοροι. Δεν είχαν να της δώσουν άλλη συμβουλή παρά το γνωστό «Μείνε, θα το μετανιώσεις». Κι εσείς μείνατε και το μετανιώσατε, καλοί μου μικροαστοί. Και μαζί σας το μετανιώσαμε κι εμείς, τα παιδιά σας. Καθίστε λοιπόν μαζί μέχρι το τέλος. Απολαύστε τις ασταμάτητες μικρομάχες σας. Εγώ πάντως φεύγω. Κι από ‘κείνον κι από ‘σάς…

Ο αδελφός της, χαμένος στο κυνήγι του επιτυχίας, δεν είχε χρόνο όχι μόνο γι’ αυτήν αλλά ούτε για τη γυναίκα του, που είχε δώσει το 3ο τους αμάξι μαζί με τον σοφέρ στο νεαρό γκόμενο. Ήταν όλα τόσο καλοστημένα, που κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι. Ήταν μια κυρία και ποτέ δεν κινούσε τις υποψίες. Εξάλλου, ποιος τη γαμεί κιόλας; Ο αδελφός πάντως όχι…

Ήταν κι η φιλενάδα, η κολλητή. Εξαφανίστηκε το πρώτο δευτερόλεπτο, που δεν είχε πια κάτι να κερδίσει από ‘κείνη. Είχε κλείσει μόλις έναν κύκλο ζωής και πήγαινε γι’ άλλα, καινούρια κόλπα. Δικαιολογίες πολλές: «Μιλάς πολύ στον κόσμο για μένα. Σε φοβάμαι». Έφυγε μ’ ένα τρένο προς τα πάνω. Και γύρω της γάβγιζαν πέντε μεγάλα, καλοαναθρεμμένα σκυλιά, που τά ‘σερναν κάτι μετανάστες…

Ένοιωθε μια αδιόρατη πικρία. Όμως ήξερε, πως για να μπορέσεις να αγαπήσεις τους ανθρώπους, πρέπει πρώτα να τους αφήσεις να φύγουν. Το μόνο… λυπόταν και θύμωνε, γιατί την κατηγορούσαν εκείνη για όλα. Αλλά πάντα έτσι δεν γίνεται; Κανείς δεν κοιτάζει στον καθρέφτη. Δεν πειράζει… Εκείνη απλά τους αποχαιρετούσε. Μέσα της. Δεν είχε κανέναν ανάγκη.

Άλλωστε δεν έφταιγαν μόνο οι άλλοι…

Ήξερε και το άλλο: ένας-ένας θα επέστρεφαν. Μόλις ένοιωθαν, πως δεν εγκατέλειψαν, αλλά εγκαταλείφθηκαν. Και αντιστρόφως… Έτσι κι αλλιώς, αυτά τα πράγματα είναι πάντα αμφίδρομα. Θα τους δεχόταν πίσω. Όλους. Γιατί τότε, απαγκιστρωμένη απ’ τη θολή τους αγάπη, θα ήταν σε θέση να τους βάλει στη ζωή της ανώδυνα πια. Ανώδυνα κι απόμακρα…

Θα είχε βρει εξάλλου κι άλλους ανθρώπους μέχρι τότε. Θα διέγραφαν κι αυτοί την πορεία τους στη ζωή της. Μπρος-πίσω, μαζί-χώρια… Είχε μάθει πια. Στην ουσία ήταν μόνη…
Στην ουσία ήταν μόνη…