Header Painting by Agapi Hatzi

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Στο χαρέμι

Μια όμορφη χωριατοπούλα έπλεκε στο κατώφλι του σπιτιού της. Πέρασε μια μέρα, την είδε ο σουλτάνος, του γυάλισε κι έβαλε τους φρουρούς του να την πιάσουν. Επί τόπου. Την οδήγησαν σε κάτι μπουντρούμια, όπου την ανέλαβαν πολλές. Και πολλοί… Κάτι χοντρούληδες με λεπτές φωνές. Ευνούχους τους έλεγαν. Ήταν πια στο χαρέμι.

Η μικρούλα σιχαινόταν το Σουλτάνο και όσα της έκανε. Έκλαιγε κρυφά. Για τα βάσανα της, αλλά και από πόθο ανομολόγητο. Για έναν φαλακρό, τον μοναδικό της φίλο μέσα στο σεράι. Αυτός όμως μόνο την χτένιζε και φρόντιζε να περνάει όσο το δυνατόν καλύτερα μέσα στη δυστυχία της. Φιλικά…

Ευνούχος, ξέρετε, είναι ότι σου αχρηστεύουν τα γύρω-γύρω για να μην κάνεις παιδιά. Τα υπόλοιπα μένουν στη θέση τους και λειτουργούν κανονικά. Μόνο που ο ευνούχος μετά δεν νοιάζεται. Τα γονίδιά και οι ορμόνες του δεν τον παρακαλούν να τρέξει. Και έτσι κάθεται νωχελικά και ρεμβάζει. Απαθής κι ατάραχος…

Αυτή τον θαύμαζε, τον αγαπούσε, λάτρευε τον τρόπο που τραγουδούσε μ’ αυτήν την ιδιόρρυθμη φωνή του… Και ήταν τόσο τρυφερός… Ποτέ δεν θα την τράβαγε και δεν θα την έσπρωχνε σαν τον Σουλτάνο. Ποτέ δεν θα ήταν βίαιος μαζί της. Του τριβόταν και τον χάιδευε, όμως αυτός απαλά την έκανε στο πλάι και της διηγούνταν ιστορίες απ’ τη ζωή του, πριν γίνει κι αυτός σκλάβος στο σεράι. Όταν ακόμα ήταν άντρας…

Τα χρόνια περνούσαν κι η μικρή χωριατοπούλα μαράζωνε. Ο Σουλτάνος σπάνια την φώναζε πια κι αυτή άλλο που δεν ήθελε. Ήθελε όμως ακόμα τον Ευνούχο, που με τα χρόνια είχε βαρύνει κι άλλο και είχε πάψει ακόμα και να της μιλάει. Έκανε μόνο τα απολύτως αναγκαία και μετά καθότανε σε μια γωνία, με το θλιμμένο του βλέμμα… Αναπολούσε, σκάλιζε τις στάχτες της ζωής του και πότε-πότε δάκρυζε μονάχος…

Μοναδικός του σύντροφος ήτανε πια μονάχα μια σκιά, που κάποτε είδε να περνά από την κάμαρά του… Υπέθεσε πως ήτανε ο Χάρος κι από τότε μόνο αυτόν σκεπτόταν και περίμενε πότε επιτέλους θα τον ξαναδεί… Πότε επιτέλους θα τελείωνε αυτό το άχαρο ταξίδι του πάνω στη γη, μέσα στα μπουντρούμια…

Η μικρούλα μας, η γερασμένη πια μικρούλα μας, κάποτε αποφάσισε να τον βγάλει απ΄ τη δυστυχία και μαζί του να φύγει κι αυτή απ’ την πικρή της αλήθεια. Μια νύχτα, εκεί που ο Ευνούχος είχε κλείσει για λίγο τα μάτια, πήρε μια χαντζάρα που κρεμότανε στον τοίχο και με μια αθόρυβη, μα γρήγορη κι αποφασιστική κίνηση την κατέβασε πάνω στο εναπομείναν σε αχρηστία όργανό του.

Δεν ακούστηκε παρά μόνο μία μικρή κραυγή από τα χείλη του, που έμελλε να ηχεί για πάντα στ’ αυτιά της. Έσκυψε και μέσα από μία λίμνη αίματος μάζεψε το κομμάτι του Ευνούχου από το πάτωμα. Το πέρασε σε μία κλωστή, από αυτές που έπλεκε πιτσιρίκα όταν την πρωτοείδε ο Σουλτάνος, και το κρέμασε στο λαιμό της. Μες στο σκοτάδι σύρθηκε από ένα κρυφό πέρασμα που είχε ανακαλύψει με τα χρόνια σ’ έναν παλιό τοίχο του σεράι και βγήκε στην παγωμένη νύχτα.

Κάτω από έναν ουρανό γεμάτο αστέρια άρχισε να περπατά προς το πιο άδειο μέρος που έβλεπαν τα μάτια της και η καρδιά της. Την βρήκαν μετά από μέρες, ολομόναχη κάτω από ένα δέντρο να χαϊδεύει με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο το φυλαχτό γύρω από το λαιμό της. Ήτανε πια ελεύθερη κι εκείνος αιώνια δικός της…