Header Painting by Agapi Hatzi

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007

Αν είναι να χαθείς, θε να χαθείς…














Ήταν πάντα ξένη. «Ούτε ψάρι, ούτε κρέας», συνήθιζε να λέει. Ζούσε μια ζωή αλλόκοτη. Για τους γύρω της τερατώδη. Όλοι ακόμα αναρωτιούνται, πώς επέζησε από ‘κείνη την εποχή. Την τόσο μακρινή πια… Κι όμως… εκείνα τα χρόνια του πλήρους χασίματος τής έδωσαν πίσω την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, που της είχαν κλέψει κανα-δυο χρόνια πριν τα παιδιά της καλής κοινωνίας.

Κοριτσάκι ακόμα -ήταν, δεν ήταν στα 17- τριγύρναγε τις νύχτες στα Εξάρχεια μ’ ένα πεντακοσάρικο στην τσέπη. Καθόταν στη μπάρα μονάχη, έπινε φθηνά ποτά κι αναβόσβηνε τσιγάρα. Μιλούσε με όλους, χόρευε νωχελικά πάνω στο ετοιμόρροπο σκαμπό της κι έπαιρνε πάντα τα κλειδιά από τα μαγαζιά, σιγοτραγουδώντας και τρικλίζοντας πάνω στα ψηλοτάκουνά της…

Ξημερωνόταν με αγνώστους, πότε στα πατσατζίδικα της Αθηνάς, πότε σε κάτι περίεργα loft-παλιές βιοτεχνίες, πότε ξαπλωμένη στα παγκάκια της πλατείας… Ένα πρωί ξύπνησε μέσα σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι υπό κατάληψη, περιτριγυρισμένη από ζάκια. Ένας βάραγε την στιγμή που άνοιξε τα μάτια της, σ’ ένα χέρι μπλαβιασμένο και πληγωμένο από πάνω ως κάτω. Εκείνη τη μέρα ξέρασε στη βρώμικη τουαλέτα, κάτι που δεν της συνέβαινε συχνά. Είχε γερό στομάχι…

Δεν θυμάται πια τις φάτσες όλων αυτών των ανθρώπων. Θυμάται μόνο κάτι γραπτά… Κουβαλούσε πάντα μαζί της την τσάντα του σχολείου. Μια ανοιχτόχρωμη, δερμάτινη από ‘κείνο το δέρμα που έφτιαχναν τα σανδάλια στο Μοναστηράκι. Εκείνο που για πάντα κουβαλάει πάνω του τη μυρωδιά του ζώου που σφάξανε για να το φτιάξουν. Όλη της η περιουσία εκεί μέσα: τα βιβλία της, τσιγάρα και χαρτάκια διαφόρων ειδών, από κόλλες τετραδίου έως χαρτοπετσέτες όπου έγραφε πάνω τις μεθυσμένες της σκέψεις.

Ακόμα έχει και ξαναδιαβάζει εκείνο το μπιλιετάκι, που της είχε χώσει μες στην τσάντα ένας «φιλαράκος», ο θηλυπρεπής ξανθοβαμμένος που την κουβάλησε ως το παλιό σπίτι: «Είσαι ο γαλάζιος μου άγγελος»… Ανέκαθεν τραβούσε πάνω της παράξενα όντα, ερμαφρόδιτα, που διατίθονταν να εγκαταλείψουν τα παλιά τους χούγια για πάρτη της. Πόσες φορές είχε ακούσει εκείνο το «Άλλαξα»!

«Δεν είμαι εγώ αυτή που θα σε σώσει, γλυκέ μου…»

Δεν άφηνε να την πολυαγγίζουν… Ξενοκοιμόταν μπρούμυτα, με τα χέρια να κρύβουν επιμελώς τα υπερανεπτυγμένα της στήθη να μην ξεχειλίζουν δεξιά-αριστερά και προκαλούν. Κανένας δεν την πείραξε δίχως τη θέλησή της, κανένας δεν της έριξε «πράγματα» μες στο ποτό. Όλα εκείνα τα λεγόμενα αποβράσματα της κοινωνίας -που ποτέ βέβαια δεν την είδαν και ως δικιά τους- τη σέβονταν με έναν τρόπο που δεν διέκρινε συχνά στα μάτια των «καλών παιδιών». Την πρόσεχαν σαν τη μικρή μασκότ του ναυαγισμένου τους κόσμου…

Και κάθε πρωί, νωρίς-νωρίς, τη συνόδευαν μ’ ένα μαστουρωμένο χαμόγελο στα χείλη ως την πλατεία να πάρει το λεωφορείο της. Προς τα πάνω… Να πάει να κοιμηθεί στις ευρύχωρες τουαλέτες του high σχολείου της. «Chao bambina…», της έγνεφαν, καθώς απομακρυνόταν αργά προς τον άλλο της κόσμο. «Τα λέμε ξανά το βράδυ…»