Header Painting by Agapi Hatzi

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

Το μοντέλο



















Της ζήτησαν να κάνει το μοντέλο σε κάποιον ζωγράφο της περιοχής.
Δέχθηκε, πήγε, στάθηκε γυμνή μπροστά του.
Πάντα ήθελε μια απεικόνισή της.
Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν αυτόν το ναρκισσισμό;
Της είχαν εξάλλου υποσχεθεί και κάποια μικρή αμοιβή για τις υπηρεσίες της…
Ήταν αφηρημένος ζωγράφος
-ναι, όλο ξέχναγε τα πινέλα του αριστερά-δεξιά και δεν θυμόταν τι διάολο ζωγράφιζε…
Στη θέση της προσωπογραφίας της έβλεπε να προβάλλει ένα πουλί
-ένα πληγωμένο κοράκι…

Κατά τ' απομεσήμερο της είπε πως νοιώθει ατονία κι έγειρε σ' ένα ντιβάνι,
που έστεκε μοναχικό στη γωνιά του δωματίου.
Με το κεφάλι ελαφρώς ανασηκωμένο πάνω σε κάποιο από τα πολλά κόκκινα, κεντητά μαξιλάρια,
έλυσε με τα κοκκαλιάρικα χέρια του τη ζώνη του παντελονιού του,
και αποκαλύπτοντας μέσα από το γκρίζο εσώρουχο το μόριό του,
άρχισε λάγνα να το χαϊδεύει.
Ταυτόχρονα μουρμούραγε λόγια ερωτικά…
πως ήταν η Μούσα του, πως σ’ όλη του τη ζωή περίμενε εκείνη…
Πως ήταν η μία…

Εκείνη σχεδόν σε αγκύλωση από το πολύωρο στήσιμο και την έκπληξή της,
έμενε ακίνητη… στην πόζα της…

Άξαφνα έτριξε η παλιά ξύλινη πόρτα και στο κατώφλι της φάνηκε μια ηλικιωμένη με άσπρη ρόμπα,
νοσοκόμα θύμιζε. Πράγματι· είχε έρθει να του κάνει ένεση.
Προφανώς ο ζωγράφος έπασχε από κάποια ασθένεια…
Την είχε ξαναδεί αυτήν τη γυναίκα, όμως όλοι νόμιζαν πως ήταν η παραδουλεύτρα του.
Νοιαζόταν για το νοικοκυριό, τα ψώνια, άρμεγε τις αγελάδες…
Ακόμα και την ίδια, αυτή την είχε βρει.
Τριγυρνούσε στις αγορές και πλησίαζε όσες όμορφες κοπέλες έδειχναν πρόθυμες να ποζάρουν.
Όσες δεν της φαίνονταν πολύ ντροπαλές…

Με έναν ελαφρύ δισταγμό -ίσως και κάποια ανεπαίσθητη αποστροφή-
ακούμπησε αργά τον ασημένιο δίσκο με την ένεση στο κομοδίνο,
ξάπλωσε δίπλα του και πήρε το μόριό του στο στόμα της.
Τα ελέη του ήταν γέρικα και φτωχικά…
Όμως η παρουσία ενός τρίτου προσώπου μες στον οικείο χώρο
έξαπτε ολοφάνερα τη φαντασία της παράξενης αυτής γυναίκας
και προσέδιδε στην κατάσταση μια διάσταση διαφορετική, διεγερτική…

Ο νους του κοριτσιού ήταν τόσο μουδιασμένος όσο και τα μέλη του κορμιού της.
Δεν μπόρεσε να κουνηθεί, πάρα μόνον όταν ο ζωγράφος τής είπε με θαμπή φωνή:

«Τελειώσαμε για σήμερα… Μπορείς να πηγαίνεις…»