Header Painting by Agapi Hatzi

Κυριακή, Αυγούστου 15, 2010

Παιδική ζωή...

Ο μπαμπάς της ήταν πάντα απών.
Ψάρευε στις θάλασσες τεράστια σαλάχια και σκυλόψαρα, στις ζούγκλες κυνηγούσε άγρια ζώα.
Δεν τα εμπορευόταν, δεν τα έτρωγε, ήθελε μοναχά ως τρόπαιο το κεφάλι τους, τα κέρατα ή τη ραχοκοκκαλιά τους.
Όταν κάποια στιγμή είχε επιστρέψει για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο σπίτι
-σ’ αυτό που επέμενε να αποκαλεί σπίτι κι ας μην ήταν σχεδόν ποτέ εκεί-,
είχε φέρει μαζί του από την Αφρική ένα νεογέννητο λιοντάρι.
«Δεν θα επιζούσε μέσα στη ζούγκλα»
,
της εξήγησε καπνίζοντας με εκείνο το ανεξιχνίαστο ύφος του μία τεράστια πίπα,
«είναι ασθενικό κι αδύναμο... Βλέπεις με μιας στα μάτια του την ανημποριά.»

Το απίθωσε με μια σπάνια για τον ίδιο κίνηση τρυφερότητας στην αγκαλιά της
κι εκείνο έκανε μιαν αυτόματη κίνηση προς το ακόμα ελάχιστο στήθος της να βυζάξει.

Ήταν πράγματι τόσο μικρό, τόσο απαλό και τόσο αξιαγάπητο
-ήτανε πάνω από όλα δώρο ολοζώντανο από Εκείνον.

Δεν βρήκε γάλα να πιει στον κόρφο της, μα ρούφηξε από το πρώτο δευτερόλεπτο την καρδιά της.
Το νανούριζε στο κρεβάτι της, του πρότεινε την κουβέρτα της να παίξουν,
γέμιζε μια σαλατιέρα από κείνες τις τεράστιες για τους καλεσμένους με γάλα κατσικίσιο,
που αγόραζε η μαμά της με τις νταμιτζάνες από έναν βοσκό κάπου κοντά στο εξοχικό τους.
Η μαμά της το φοβότανε λιγάκι, αλλά δεν της έκανε καρδιά να της στερήσει το υποκατάστατο της πατρικής αγάπης.

Όταν μεγάλωσε το λιονταράκι κι έγινε πια λιοντάρι, η μάνα αποφάσισε το αδιανόητο:
πήγε μαζί με το κορίτσι στο βοσκό και διάλεξε μία κατσίκα που έσφαξαν μπρος στα μάτια τους.
Γυρνώντας στον κήπο του σπιτιού τους την άπλωσε μπρος στο λιοντάρι, καλώντας το όπως πάντα για φαί.
Εκείνο μύρισε στην αρχή επιφυλακτικά το φρέσκο ακόμα αίμα, και το κρέας, μα γρήγορα άρχισε να το κατασπαράζει·
χάθηκε απ’ τα μάτια η ανημποριά και άστραψε η άγρια φύση.
Αλλά... η ηδονή δεν έχει τέλος, ούτε χορταίνει εύκολα.
Με έναν αστραπιαίο ελιγμό στράφηκε προς τη μάνα και έχωσε τα κάτασπρα δόντια του στα σπλάχνα της.

Το κορίτσι -στην εφηβεία πια- παρακολούθησε βουβό τη θυσία,
πέρασε με ψυχραιμία ένα σκυλίσιο λουρί γύρω από το λαιμό του λιονταριού,
του ψιθύρισε στ’ αυτί «Πάμε τώρα μια βόλτα», με βήματα μηχανικά το πήγε μέχρι τον ζωολογικό κήπο
και ζήτησε από τους ανθρώπους εκεί να το κρατήσουν σε ένα κλουβί: «Μονάχο του όμως... είναι άγριο πολύ».

Με τη βοήθεια των συγγενών κήδεψε τη μητέρα, έγραψε στον πατέρα τα καθέκαστα, τον αποχαιρέτησε
κι από τότε μέχρι σήμερα ζει μια απολύτως φυσιολογική ζωή στην άκρη της πόλης...