Header Painting by Agapi Hatzi

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2009

Ένας χαρακτήρας

Γύρισε σε ένα άδειο σπίτι και έβαλε να πιει ένα ουίσκι με πάγο. Ένοιωθε μόνος.
Σχεδόν εγκαταλελειμμένος.
Δεν τον είχε αφήσει κανείς, όχι…
Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε: εκείνος άφηνε έναν-έναν τους ανθρώπους πίσω του.
Αυτό όμως δεν μείωνε τη μοναξιά που ένοιωθε.
Αναρωτήθηκε πώς διάολο είχε αποκτήσει αυτήν την τάση να απομονώνεται…
δεν ήταν έτσι από τη φύση του.
Κάθε άλλο… μικρός ήταν ο αρχηγός κάθε παρέας
και ο ίδιος μάλιστα επιζητούσε να είναι το επίκεντρο της προσοχής.

Έξυσε αφηρημένος το φρύδι του και σκέφτηκε πως οι τρίχες μεγάλωναν μέρα με τη μέρα
και πως στο τέλος θα έμοιαζε σε όλους εκείνους τους γέρους πολιτικούς με τα τεράστια φρύδια.
Ναι, έκανε πολλές σκέψεις ταυτοχρόνως…
ακόμα και όταν θα περίμενε κανείς να βουλιάζει στην απελπισία ενός θανάτου
ή να πανηγυρίζει τη μαγική στιγμή που πήραμε το Euro
-η εν πάση περιπτώσει κάποια «ευτυχισμένη» προσωπική του στιγμή-
εκείνος συνέχιζε πάντα να πολιορκείται από 1000 παράλληλες σκέψεις.
Γιατί οι ναυαγοί δεν κόβουν το πόδι τους να το φάνε;
Πότε θα σταματήσει ο Έλληνας να είναι Ελληνάρας;
Και διάφορα τέτοια σε συνδυασμό πάντα με λόγια
που άκουσε, που του είπαν, που νόμιζε πως ήθελαν να του πουν…

Πάντα κάτι νόμιζε.
Πάντα έψαχνε να βρει τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις, τις κινήσεις, τις πράξεις…
Ναι… υπέφερε από μία παθολογική έλλειψη πίστης στο ανθρώπινο γένος και σε κάθε εκπρόσωπό του μεμονωμένα.
Ήθελε να πιστεύει· ευχόταν να μπορούσε να πιστεύει.
Κι αν όχι στον άνθρωπο, τουλάχιστον στο θεό ή στην επιστήμη ή στην αστρολογία ή…
Τίποτα ποτέ δε μπόρεσε να τον πείσει.

Τους ανθρώπους δεν τους θεωρούσε ακριβώς ψεύτες.
Ανίκανους να συνειδητοποιήσουν ακόμα κι οι ίδιοι τι έχουν στο μυαλό τους, τους θεωρούσε,
και κατά συνέπεια γιατί πράττουν ό,τι πράττουν και πάει λέγοντας.
Μπορεί κανείς να εμπιστευθεί τον κουζουλό του χωριού; Δε μπορεί…
Να του κρατήσει κακία μπορεί; Ούτε αυτό το μπορεί… Δεν φέρει ευθύνη.
Κάπως έτσι έβλεπε τους ανθρώπους: δεν τους πίστευε, μα ούτε τους μισούσε.
Μπορεί και να τους αγαπούσε… με τον δικό του περίεργο, απόμακρο τρόπο.

Πάντως βαριόταν κιόλας όσο περνούσαν τα χρόνια…
με 5 ερωτήσεις ήξερε πάνω-κάτω τι θα του πει ο άλλος για τις επόμενες 5 ώρες.
Όχι επακριβώς, αλλά το ρεζουμέ· το νόημα των όσων θα προσπαθούσε -με μανία συνήθως- να του μεταδώσει.

«Συζήτηση ονομάζουν οι άνθρωποι την προσπάθεια να πείσουν ο ένας τον άλλον
για οτιδήποτε τους έχει καρφωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή στο μυαλό…»


Του άρεσε να φτιάχνει θεωρίες.
Ήθελε να συμπτύξει όλες του τις σκέψεις σε ένα φύλλο χαρτιού αν γινόταν κι αυτή θα ήταν η παρακαταθήκη του.
Ήξερε βέβαια πως μόνον εκείνος θα μπορούσε να τις καταλάβει
και έτσι καμιά φορά έγραφε κανονικά κείμενα και τα δημοσίευε σε ένα μπλογκ που είχε φτιάξει.
Όχι ότι τον ενδιέφερε πραγματικά να τα διαβάσει κανείς,
ήταν απλώς για να κάνει κι αυτός κάτι… να συμμετέχει στον κόσμο κατά έναν τρόπο.

«Ας πάω λοιπόν να δω τι κάνει ο κόσμος σήμερα…»

Κοίταξε στραβά το ποτήρι με το ουίσκι που κρατούσε στο χέρι του,
ήπιε την τελευταία γουλιά και σηκώθηκε να πάει να βάλει άλλο ένα και να κάτσει στο PC του.
Ένοιωθε μοναξιά, ναι.
Αλλά ήξερε βαθιά μέσα του πως κι αυτός ένας άνθρωπος ήταν… ίδιος με τους ανθρώπους.
Και πως αν ήταν μόνος, ήταν γιατί κι οι άλλοι στραβά τον κοιτούσαν.
Όπως ακριβώς τους κοιτούσε ο ίδιος.
Όπως ακριβώς κοιτούσε και το ποτήρι του, το μοναδικό που του κράταγε πια συντροφιά…