Header Painting by Agapi Hatzi

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Δεν πάω πουθενά, πουθενά…


Σε στοά μυστική, σ’ ένα καφενεδάκι χαμένο μέσα στις πτυχές του χρόνου, σε βρήκα να σκαλίζεις τη χόβολη.

Πώς έφτασα άραγε ως εκεί;

Τ’ άρωμα ενός σπάνιου χαρμανιού σιγόβραζε στις καυτές σου στάχτες. Άγγιξε τα ρουθούνια μου, ενόσω ακόμα ήμουνα στην αγορά. Σαν υπνωτισμένη ακολούθησα τον αόρατο μίτο σου και βρέθηκα χαμένη μέσα στα δαιδαλώδη σοκάκια.

Έμοιαζες μ’ άντρα, μα ήσουν στ’ αλήθεια γυναίκα. Γύρισες και με κοίταξες μ’ εκείνο το μειλίχιο βλέμμα της παραίτησης:

«Μην κάτσεις, γλυκιά μου… Είναι δηλητήριο»,
ψιθύρισες κι έπιασες ν’ ανακατεύεις με προσήλωση το μεθυστικό κατασκεύασμα μέσα στο μπακιρένιο μπρίκι.

«Θέλω να δοκιμάσω», είπα. «Μυρίζει τόσο ωραία…»

«Δεν μπορώ να στ’ αρνηθώ»,

μου απάντησες μάλλον αδιάφορα, με μάτια όμως διερευνητικά.
«Όποιος φθάνει σ’ αυτό το μέρος, δικαιούται να επιλέξει. Να κάτσει ή να φύγει. Να πιει ή να μην πιει. Όμως να ξέρεις: σαν δοκιμάζεις, η ψυχή σου αρχίζει να καίει όπως η ίδια η χόβολη και δεν ξανακαταλαγιάζει παρά μόνο εάν πίνεις συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια, μέχρι να συνηθίσεις την κάψα. Μόνο τότε θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις τη γεύση. Αλλά τα σωθικά σου δεν θά 'ναι ποτέ πια τα ίδια»
.

Μιθριδατισμός, σκέφτηκα, λέγεται αυτό· με τίμημα και μ' αντίκρυσμα. Και άνθρωπος ούτως ή άλλως του ριζώματος, των καταχρήσεων και των εθισμών, ούτε που το σκέφτηκα καθόλου:

«Βάλε, κυρά, μια κούπα μεγάλη και χρέωσέ με όσο κι όσο. Δεν πρόκειται να φύγω σύντομα από ‘δώ. Μ' έσυραν από μόνα τους τα βήματά μου· και δεν τους λέω όχι…»