Header Painting by Agapi Hatzi

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

Μία κακιά στιγμή





















Όταν ήμουν μικρή, είχα κάνει μία έκτρωση. Ήταν σχεδόν μόλις είχα αρχίσει να κάνω έρωτα. Μεγάλη ατυχία… Μεγάλη βλακεία…

Ήμουν πολύ ερωτευμένη μ’ εκείνο το αγόρι. Εκείνος μόλις είχε τελειώσει το σχολείο κι είχε μπει στο πανεπιστήμιο. Μου φαινόταν τότε μεγάλος! Εγώ ακόμα στο γυμνάσιο… Όμως δεν ήταν μεγάλος… Το συνειδητοποίησα μετά από πάρα πολλά χρόνια, πως στα 18 σου δεν είσαι μεγάλος. Γιατί τότε η συμπεριφορά του ήτανε τόσο κακή, που πίστεψα, πως ήταν ένα τέρας. Δεν ήταν όμως παρά ένα φοβισμένο κι ανεύθυνο παιδί, που δεν ήξερε τι να κάνει.

Τελευταίως το είπα αυτό στον εαυτό μου, μη νομίζετε. Είναι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο, που ακόμα και τώρα που γράφω δεν έχω καταφέρει να συγχωρέσω τελείως. Δεν πιστεύω πια πως είναι τέρας, αλλά θεωρώ πως θα μπορούσε να είχε συμπεριφερθεί και διαφορετικά. Και πως, ναι, δεν ήταν, ούτε είναι –απ’ ό,τι μαθαίνω- ο καλύτερος χαρακτήρας.

Είχα την καλή τύχη, η μητέρα μου να είναι ανοιχτός άνθρωπος. Τρελάθηκε τότε βέβαια, με πήρε όμως απ’ το χεράκι, χωρίς πολλά-πολλά και με πήγε στο γιατρό, που με είχε ξεγεννήσει. Δεν με έβρισε, δεν με πίεσε, δεν με κατηγόρησε. Έβλεπε, πως ήμουν χάλια κι από μόνη μου… Έκανα την επέμβαση τουλάχιστον με ασφάλεια και μετά κοιμόμουν στη γιαγιά μου, μην πάρει τίποτα χαμπάρι ο πατέρας μου.

Εκείνος το είπε στη μάνα του και έγινε χαμός. Του έδωσε τα λεφτά, αλλά προφανώς του απαγόρευσε να με ξαναδεί. Ή μπορεί να το αποφάσισε και μόνος του αυτό, ακόμα δεν ξέρω. Πάντως δεν ήρθε καθόλου να με δει. Κι εγώ τον περίμενα… και πόναγα, μέσα κι έξω, κι έκλαιγα… Ένα τηλέφωνο μόνο έκανε –μαζί με τη μαμά του!- να μάθει, αν όλα πήγαν καλά. Και μετά δεν τον ξανάδα, παρά μόνο τυχαία… μετά από χρόνια.

Εκείνο το καλοκαίρι ήρθε στη ζωή μου η κατάθλιψη κι από τότε δεν με άφησε ποτέ. Πέρασα όμορφες φάσεις στη ζωή μου, όμως η ψυχή μου δεν ήταν πια η ίδια. Είχε πόνο, είχε οργή, και είχε χάσει πια την αθωότητά της. Την αθωότητα να πιστεύει στους ανθρώπους…

Τα χρόνια πέρασαν, έζησα πολλά, έμαθα πολλά, σκέφτηκα πολλά. Με κόπο δικό μου, αλλά και των άλλων, όσων με αγαπούσαν, άρχισα σιγά-σιγά να ξαναβρίσκω την πίστη μου στους ανθρώπους. Είδα πιο μέσα, είδα, πως όλοι πονάνε, πως όλοι φοβούνται και πως ό,τι κάνουν, το κάνουν κι αυτοί, γιατί δεν ξέρουν… δεν ξέρουν το αληθινό τους συμφέρον.

Δεν ξέρουν, πως για να ‘ναι οι ίδιοι καλά, πρέπει να είναι κι οι γύρω τους καλά. Πως δεν έχει αξία να βασιλεύουν στον κόσμο των δυστυχισμένων. Και πως μόνο αν καταφέρουν να έρθουν κοντά στον άνθρωπο, μπορεί κάποια στιγμή να νοιώσουν κι αυτοί άνθρωποι… να γίνουν κι αυτοί άνθρωποι…