Header Painting by Agapi Hatzi

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

Σε ξέρω απ’ τη μυρωδιά σου, Άνθρωπε…


Πέρασα τώρα απ’ τον Νίκο Δήμου και διάβασα για γεύσεις. Απλές γεύσεις. Παιδικές γεύσεις. Παλιές, γνωστές, αγαπημένες γεύσεις… Μού ΄ρθανε στο νου και μυρωδιές… από κέικ που ψήνεται, από τυρί που λιώνει πάνω στο ψωμί, από χτυπητό αυγό… Ακόμα και την αγάπη της μάνας μας κάπως έτσι τη θυμάται το είναι μας…

Δεν θέλω όμως να γράψω για φαγητά, ούτε καν για αναμνήσεις. Ούτε βέβαια για τη μάνα. Θέλω να γράψω για τις αισθήσεις. Και για ικανοποίηση…

Κάποιος μού ‘λεγε κάποτε, πως είναι ανίκανος να νιώσει ηδονή. Πως δεν είναι σε θέση να πάρει χαρά απ’ τις αισθήσεις του. Τρώει για να φάει, για να ζήσει. Κάνει έρωτα, γιατί έτσι πρέπει, γιατί το θέλουν οι εκάστοτε σύντροφοι. Τα δάχτυλά του δεν νοιώθουν την απαλότητα του δέρματος και τα μάτια του δεν χαίρονται την ομορφιά του κόσμου. Όλα τον προσπερνούν, όλα τον αφήνουν αδιάφορο. Κι ολόκληρο το σύμπαν το περνάει απ’ το μυαλό του, έτσι το γνώρισε… Σκεπτόμενος…

Η μουσική είναι στίχοι…

Κι οι άνθρωποι… οι άνθρωποι τον κουράζουν. Τόσο περίπλοκοι, τόσο αψυχολόγητοι κι απρόβλεπτοι… Πού να κάτσει να σκέπτεται για κάθε έναν ξεχωριστά, τι εννοεί, τι θέλει, τι περιμένει απ’ αυτόν… Βαριέται. Η σκέψη έχει διαδρομή, χρειάζεται χρόνο. Και κόπο… Και χρόνο… Και χρόνο…

Οι αισθήσεις πάλι όχι. Είναι άμεσες, είναι γρήγορες, είναι σχεδόν αυτόματες. Με αρχηγό την μυρωδιά. Αυτήν την τόσο παραμελημένη αίσθηση, που περνάει από ελάχιστα κέντρα του εγκεφάλου. Που σε δευτερόλεπτα χτυπάει κέντρο, σε κάνει να νοιώθεις ευχαρίστηση ή απέχθεια και σου λέει «Αυτό είναι για σένα, αυτό καλύτερα άστο…»

Είναι δύσκολο να ζεις με τις αισθήσεις σου φυλακισμένες. Και ανιαρό. Κι αυτή σου η πολύτιμη σκέψη, που τα περνάει όλα από κόσκινο, για να τους δώσει το πράσινο φως, είναι κι αυτή φτωχή χωρίς τις αισθήσεις. Ανάπηρη.

Αυτές όμως είναι έτσι κι αλλιώς πάντα εκεί. Θες-δεν θες. Και βρίσκεσαι πάντα αντιμέτωπος μαζί τους, σε μια συνεχή σύγκρουση… Σου λένε «Άντε, τράβα!» κι εσύ αρνείσαι κι απαντάς «Όχι, να το σκεφτώ. Εσείς είστε ψεύτρες» Κι ο καιρός κυλάει… Κι η ζωή μικραίνει… Και στο τέλος μένεις ν’ αναρωτιέσαι με την μικρή σου, τη φτωχή σου, την ανηδονική σου σκέψη:

«Μα πού είναι όσα μου υποσχέθηκαν κάποτε στα νιάτα μου οι θεοί; Γιατί είμαι τόσο μόνος; Και τόσο δυστυχής; Ποιος μου αρνήθηκε τον κόσμο;»

Κι ούτε που σου περνάει απ’ το μυαλό, πως φταις εσύ…
Πως δεν αφέθηκες ποτέ να νοιώσεις τη ζωή.
Κι αυτή σε προσπέρασε...