Header Painting by Agapi Hatzi

Τρίτη, Ιουλίου 11, 2006

Η Χιονάτη κι οι 7 νάνοι


Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς με μια πολύ όμορφη κόρη, τη Χιονάτη. Μόνος, καθώς ένοιωθε στο μεγάλο παλάτι, κάποτε ξαναπαντρεύτηκε. Η καινούρια βασίλισσα ήταν πολύ όμορφη, αλλά ζηλιάρα και κακιά. Είχε ένα μαγικό καθρέφτη και κάθε μέρα κοιταζόταν σ' αυτόν και ρώταγε: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ωραιότερη απ' όλες;» Ο καθρέφτης απαντούσε: «Ω, βασίλισσα, εσύ είσαι η ωραιότερη απ' όλες».

Τα χρόνια όμως πέρασαν και μια ημέρα ο καθρέφτης τής είπε: «Είσαι όμορφη. Αλλά η Χιονάτη είναι πιο όμορφη από σένα».


Η βασίλισσα θύμωσε πολύ κι έβαλε έναν κυνηγό να πάει τη Χιονάτη στο δάσος και να τη σκοτώσει. Εκείνος όμως τη λυπήθηκε και την άφησε στο δάσος. Η Χιονάτη περιπλανήθηκε για λίγο, αλλά γρήγορα βρήκε μία καλύβα και μπήκε μέσα. Εκεί ζούσαν εφτά νάνοι, που την καλοδέχτηκαν κι έζησε για λίγο ευτυχισμένη κοντά τους.

Μια μέρα όμως η βασίλισσα ρώτησε ξανά τον καθρέφτη κι εκείνος της είπε, ότι η Χιονάτη ήταν η ωραιότερη κι ότι ήταν με τους εφτά νάνους στο δάσος. Τότε η βασίλισσα έφτιαξε ένα δηλητηριασμένο μήλο, ντύθηκε σαν χωριάτισσα, πήγε στο δάσος και έπεισε τη Χιονάτη να φάει λίγο απ’ αυτό. Η Χιονάτη έπεσε κάτω σχεδόν νεκρή.

Την επόμενη μέρα ένας νέος πρίγκιπας πέρασε απ’ το δάσος, την ερωτεύτηκε και την πήρε μαζί του. Στο δρόμο έπεσαν σε μια λακκούβα, πετάχτηκε το κομμάτι του μήλου απ’ το λαιμό της Χιονάτης και ξύπνησε. Είδε τον πρίγκιπα, της άρεσε κι εκείνης πολύ, παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…



…έζησαν πολλά-πολλά χρόνια αθάνατοι κι ευτυχισμένοι στον κόσμο του παραμυθιού τους. Κάποια μέρα όμως, σε μία άλλη διάσταση –έξω απ’ τα παραμύθια- κάποιος επιστήμονας θέλησε να ζωντανέψει τον πρίγκιπα και τη Χιονάτη και τους 7 νάνους και να τους φέρει να ζήσουν στον αληθινό κόσμο! Χάρηκαν όλοι πολύ, νόμιζαν, πως θα πάνε ένα όμορφο ταξίδι αναψυχής.

Ο επιστήμονας τους έφερε να ζήσουν στην Ελλάδα, να ζήσουν το μύθο τους. Βρήκαν ένα πολύ ωραίο σπίτι στο Κολωνάκι, στην Σπευσίππου, ένα σπίτι με ωραίο κήπο και πυκνή βλάστηση και χτισμένο πάνω στο λόφο, έτσι, ώστε να βλέπει όλην την Αθήνα μέχρι τη θάλασσα μακριά στον ορίζοντα.

Έζησαν για λίγο ευτυχισμένα εκεί, όμως μέρα με τη μέρα ο πρίγκιπας άλλαζε. Δεν είχε πια το παλάτι του, τους υπηρέτες του, δεν ήταν καν αθάνατος και έπρεπε και να δουλεύει, για να ζήσει τον εαυτό του και την όμορφη Χιονάτη. Άρχισε να τα βάζει με τους νάνους. Δεν τους ήθελε μες στα πόδια του.

Και θύμωνε με τη Χιονάτη, αχ, πώς θύμωνε με τη Χιονάτη. Άρχισε να την κατηγορεί, πως το μόνο, που ήξερε να κάνει, ήταν να παίζει με τους νάνους, πως ήταν χαζή, πως θα ‘πρεπε να βγει λίγο έξω απ’ το σπίτι, να δει, πώς είναι ο καινούριος τους κόσμος.

Η Χιονάτη δεν ήθελε. Περνούσε καλά μέσα στο όμορφο σπιτικό της κι εξάλλου είχε ακούσει τόσα πολλά γι’ αυτόν τον περιβόητο έξω κόσμο. Ήταν σχεδόν σα να τον γνώριζε. Όχι, δεν χρειαζόταν να βγει έξω να τον δει.

Ο καιρός περνούσε όμως κι οι δυο τους απομακρύνονταν. Ο πρίγκιπας άρχισε να κουράζεται πολύ με τη Χιονάτη, να φεύγει το πρωί απ’ το σπίτι και να γυρνάει αργά το βράδυ. Ώσπου μια μέρα, ερωτεύτηκε μιαν άλλη γυναίκα και άφησε τη Χιονάτη μονάχη της μες στο μεγάλο σπίτι. Κι οι νάνοι έφυγαν, γιατί έπρεπε κι αυτοί να δουλέψουν… ήταν δύσκολη η ζωή στην Αθήνα…

Κι έτσι ο όμορφος κόσμος της Χιονάτης κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Ο πρίγκιπας παντρεύτηκε την άλλη γυναίκα και πήγε να ζήσει μαζί της στη Νέα Μάκρη. Του είχαν τελειώσει τα χρήματα, που είχε φέρει απ’ τον παλιό τους κόσμο κι έγραφε ρομάντζα για μικρές δεσποινίδες, για τον κόσμο των παραμυθιών και του αιώνιου έρωτα.

Κι η Χιονάτη έφυγε απ’ το σπίτι της Σπευσίππου κι έπιασε ένα δυαράκι στη Σκουφά, πάνω απ’ τα πολλά bar. Δεν χρειαζόταν να δουλεύει, είχε φέρει μαζί της διαμάντια και χρυσαφικά απ’ τον αλλοτινό της κόσμο, τον ονειρικό κι όποτε χρειαζόταν πουλούσε κάποιο και ζούσε.

Εκεί ζει ακόμη μονάχη. Και κάθε πρωί, μόλις ξυπνάει, κοιτάζει το κουρασμένο πια πρόσωπό της στον καθρέφτη και ρωτάει: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ωραιότερη απ' όλες;»