Header Painting by Agapi Hatzi

Τετάρτη, Μαΐου 23, 2007

Μόνο στα όνειρα…

Πόσοι ήταν τελικά αυτοί που αγαπούσε; Της φάνταζαν πολλοί. Από μικρή έβαζε τον εαυτό της σ’ εκείνο το παιχνιδάκι του μυαλού, που ρώταγε «Αν πνίγονταν εκείνος κι εκείνος ταυτόχρονα και μπορούσες να σώσεις μόνο τον έναν, ποιον θα διάλεγες;» Σχεδόν έβαζε τα κλάματα απ’ την υποχρεωτικότητα της επιλογής.

Όπως έβαζε και τα κλάματα, όποτε με το ζόρι έβαζε τον εαυτό της να σκεφτεί το χαμό κάποιου αγαπημένου προσώπου. Έκανε κάτι σαν πρόβες, να συνηθίζει. Όμως ποτέ δεν συνήθισε. Ακόμα ο επερχόμενος θάνατος τής φέρνει σχεδόν αυτόματα δάκρυα στα μάτια…

Πόσοι ήταν λοιπόν αυτοί που αγαπούσε; Και πόσο αγαπούσε τον καθένα; Υπήρχε κάποια κλίμακα μέτρησης; Ή μήπως υπήρχαν είδη αγάπης; Αυτόν τον αγαπώ έτσι, αυτόν τον αγαπώ αλλιώς; Και πάνω απ' όλα σκεπτόταν, μήπως ίσχυε αυτό, που έλεγε εκείνο το παλιό τραγούδι «Η καρδιά σου είναι καφενείο». Είναι η καρδιά άραγε θρόνος για έναν; Ή έστω για δύο, το βασιλιά και τη βασίλισσα, άντε και τους γόνους τους τριγύρω;

Ναι, μάλλον η δικιά της καρδιά ήταν καφενείο. Συνωστίζονταν αυτοί που αγαπούσε. Και ναι, βέβαια κάποιοι κάθονταν πιο αναπαυτικά, μερικοί ήταν όρθιοι και κάποιοι κοντά στην πόρτα. Αυτοί οι τελευταίοι μόλις είχαν μπει. Γιατί αυτό το καφενείο ήταν στοιχειωμένο: κανείς δεν ξανάβγαινε από ‘κεί μέσα.

Κι όσοι με τα χρόνια είχαν χαθεί απ’ τη ζωή της, κι αυτοί ακόμα τριγυρνούσαν σαν αερικά ανάμεσα στους άλλους θαμώνες και έπιναν το καφεδάκι τους σε μια γωνία, περιμένοντας να έρθει κάποιο όνειρο ή κάποια θύμησή της να τους τραβήξει στο κέντρο για χορό.

Πόσο λάτρευε να βλέπει τους ανθρώπους της να σηκώνονται και να χορεύουν μεταξύ τους… Και να κοιτούν ο ένας τον άλλον στα μάτια με τρυφερότητα… Πόσο θα ήθελε να τους έχει όλους μαζί σε ένα μεγάαααλο σπίτι -έτσι το φανταζόταν από παιδί-, να ξυπνούν όλοι μαζί το πρωί και να ψήνουν με τις πυτζάμες τους ψωμάκια στο φούρνο…

Όμως όχι… Το καφενείο είχε γεμίσει γωνιές και γιόρταζε μονάχα, όταν η ίδια ήτανε μόνη και ξαπλωμένη από ώρα στην αγκαλιά του Μορφέα… Σαν ξημέρωνε, καμιά φορά άνοιγε τα μάτια της και έβλεπε να χουζουρεύει δίπλα της ένας απ’ αυτούς. Τελικά έναν τουλάχιστον τον είχε σίγουρα σώσει… ακόμα… Τον αγκάλιαζε λοιπόν και ξαναγλιστρούσε στο όνειρο με ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη…