Header Painting by Agapi Hatzi

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

Αρχαία Τραγωδία














Το καράβι της γραμμής πλησίασε αργά τη Φολέγανδρο. Από τους λιγοστούς επιβάτες, που είχαν απομείνει, κατέβηκε στο νησί μονάχα η παρέα τους. Πέντε άσχετοι μεταξύ τους άνθρωποι, δεμένοι σε ένα τυχαίο σχήμα του καλοκαιριού. Ήταν ακόμα πολύ πρωί. Οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν μία απόκοσμη, αραιή συννεφιά. Κάθισαν να ξαλαφρώσουν λίγο τις πλάτες τους απ' τα σακίδια, σε ένα άδειο καφενείο του υποτυπώδους λιμανιού. Σχεδόν ερημιά... ησυχία απόλυτη...

...που άρχισε όμως σιγά-σιγά να σπάει. Μια ανακατωσούρα, πνιχτές φωνές, οι ψαράδες έτρεχαν αναστατωμένοι… Μάζευαν με γρήγορες κινήσεις τα σκοινιά απ’ τις βάρκες κι έδειχναν ο ένας στον άλλον προς το πέλαγος. Από όλες τις γωνιές εμφανίζονταν σκιές. Η αποβάθρα γέμισε ντόπιους. Παιδιά με κοντά παντελονάκια φώναζαν ακατάληπτα. Κι οι μανάδες τους έκρυβαν με τις παλάμες τα πρόσωπά τους και μετά τις σήκωναν ψηλά προς τον ουρανό, σα να προσεύχονταν.

Η παρέα παρακολουθούσε αποχαυνωμένη. Κάτι συνέβαινε, ήταν προφανές, όμως όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα. Ένας τους τράβηξε απ’ το μανίκι κάποιον, που περνούσε αλαφιασμένος από δίπλα τους.
«Συμβαίνει κάτι;»
«Ο κυρ-Παναγής μαζί με το γιο του το Νικόλα και το παιδί είναι ακόμα στη θάλασσα. Έπιασε μπόρα έξω, δεν βλέπετε;»
Ο κυρ-Παναγής… παιδί… μπόρα… Τους έδειξε με το δάχτυλο μία βάρκα στ' ανοιχτά. Δεν ήταν όμως πολύ μακριά. Ούτε είχε κύμα. Και κολυμπώντας θα μπορούσαν να έρθουν. Η παρέα απόρησε και συνέχισε να πίνει αμέριμνη τις πορτοκαλάδες της.

Όταν πια ήτανε έτοιμοι να φύγουν, είδαν τις βάρκες να επιστρέφουν.
Τότε ακούστηκε κάτι, που έμελλε να ηχεί για πάντα στ' αυτια τους. Και των πέντε.
Ήταν μια ανατριχιαστική κραυγή... ένα απαρηγόρητο ουρλιαχτό γυναίκας.

Πλησίασαν κι αυτό που αντίκρυσαν δεν ήταν από τούτη τη ζωή. Είδαν τους ψαράδες όρθιους, σιωπηλούς να βγάζουν στη στεριά τα κορμιά τριών γενεών. Τα περνούσε ο ένας στα χέρια του άλλου, από βάρκα σε βάρκα, μέχρι που τα απίθωσαν δίπλα-δίπλα πάνω στην άμμο. Η γριά μάνα, από τα πριν μαυροντυμένη, έπεσε θρηνώντας στα γόνατα, ξάπλωσε πάνω στους άψυχους πια αγαπημένους της ζωής της. Με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά τους αγκάλιαζε όλους μαζί, σα να ‘θελε να γίνει κι αυτή ένα μαζί τους: άντρα, γιο, εγγονό...
Όλοι τους χαμένοι. Σε μια στιγμή… Σε μια μπόρα καλοκαιρινή…

Η βάρκα τους έπλεε άδεια κι ακυβέρνητη προς τα βαθιά.
Ήταν ψαράδες, ήταν νησιώτες, όμως κανένας τους δεν είχε μάθει ποτέ να κολυμπά.

Μια πομπή, το νησί σύσσωμο κατευθύνθηκε προς το σπίτι, που ήταν ακριβώς δίπλα στο καφενείο. Το κλάμα, το μοιρολόι μιας ολόκληρης κοινωνίας συνόδευε την παρέα για ώρα… καθώς μάζευαν τα μπαγκάζια τους κι απομακρύνονταν, ψάχνοντας κάποια όμορφη παραλία να περάσουν τις διακοπές τους…
να περάσουν τις διακοπές τους…