Header Painting by Agapi Hatzi

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

Ένα όνειρο αλλόκοτο…
















Ήμουν σε μία αίθουσα, σε μια συνηθισμένη καφετιά τάξη σχολείου, γεμάτη ανθρώπους. Ο ένας σχεδόν πάνω στον άλλον, στριμωχνόμασταν να χωρέσουμε όλοι εκεί μέσα.

Κάτι παράξενο όμως συνέβαινε. Στην άκρη του χώρου, καβάλα σ’ έναν ελέφαντα -στολισμένο, όπως κάνουν στις Ινδίες και γύρω εκεί- ήταν ένα παιδί. Ένα αγγελούδι πανέμορφο και χαρισματικό, τόσο μικρούλι όμως, σχεδόν μωρό, που είχε επιλεχθεί να κάνει κάτι παράδοξο: με τόξο χρυσό κι ασυνήθιστο, μοναδικό, έπρεπε να σημαδέψει 5 άλλα παιδάκια, προκαθορισμένα. Έπρεπε να τα σκοτώσει.

Αλλιώς… μέσα στην αίθουσα ήταν ένας σκοπευτής, άνδρας αδίστακτος και μισητός, που πυροβολούσε αδιακρίτως και χωρίς ίχνος ενοχής όποιον έβρισκε μπροστά του. Τα παιδάκια ήταν θυσία -ποιος ξέρει σε ποιον;- για να σωθούν όλοι οι άλλοι. Κι εκείνος φρόντιζε να εκτελεσθεί αυτή η μυστήρια εντολή-ανταλλαγή.

Το παιδί σημάδευε με το τόξο του, ήταν άριστο, πετύχαινε με μιας κάθε του στόχο. Το ίδιο και ο σκοπευτής. Οι άνθρωποι ούρλιαζαν, κρύβονταν κάτω από τα θρανία, δίπλα στα πτώματα και το αίμα των ως εκείνην τη στιγμή ατυχεστέρων…

Κάποτε σκότωσε -νομίζαμε- ο μικρός σωτήρας μας τα 5 παιδιά. Φωνάξαμε στον σκοπευτή να σταματήσει. Έγινε ησυχία. Όμως από μια γωνιά της αίθουσας άρχισε να κλαψουρίζει ένα νήπιο μες απ' την αγκαλιά της μάνας του, η οποία μάταια προσπαθούσε σκεπάζοντας του το κεφάλι με μια κουβέρτα που τό 'χε τυλιγμένο, να το κάνει να σωπάσει.

Το χαρισματικό παιδί είχε σκοτώσει μόνο τα 4…

Ο σκοπευτής ξανάρχισε να πυροβολεί. Πανζουρλισμός. Ο ελέφαντας, τρομαγμένος απ' αυτήν την απότομη εναλλαγή των καταστάσεων, αφηνίασε· σηκωνόταν στα πίσω του πόδια, γύρναγε γύρω από τον εαυτό του, προσπαθούσε να πετάξει το παιδί από την πλάτη του. Κι εκείνο πάσχιζε με κάθε μόριο του κορμιού του να τον τιθασεύσει, ενώ ταυτόχρονα αγωνιζόταν να κρατήσει το χέρι του σταθερό, να σημαδέψει το εναπομείναν βρέφος. Που κανείς δεν λυπόταν, πέρα απ' τη μάνα του…

Κι έκλαιγε ο μικρός φονιάς… ο άγγελος-φονιάς…

Έκλαιγε με κλάμα βαθύ, γοερό, σπαρακτικό. Έκλαιγε που δεν κατόρθωνε αυτό που έπρεπε να κάνει, την θηριωδία που κάποιες άγνωστες αρχές το είχαν προορίσει να φέρει εις πέρας. Πάλευε με τον ελέφαντα, πάλευε με το τόξο, πάλευε με την ψυχή του και με την ακατανόητη μοίρα του·
κι έσκιζε αυτό το όλο ενσυναίσθηση κλάμα του κάθε καρδιά στα δύο.


Εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Κοίταζα να κρυφτώ από τον σκοπευτή, όπως και όλοι οι υπόλοιποι. Το μόνο που μ' ένοιαζε εκείνην την ώρα ήτανε να σωθώ. Έτρεξα στις σκάλες μα ήξερα, πως δεν υπήρχε διαφυγή. Πως μοναδική μου -μοναδική μας- ελπίδα ήταν να τελειώσει το παιδί με το ολόχρυσο τόξο αυτό που είχε αρχίσει. Αλλιώς ήμασταν όλοι χαμένοι…


Καμία ιδέα;