Header Painting by Agapi Hatzi

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

Μικρό Διήγημα σε Συνέχειες (3)


Ο Γευσιγνώστης



Ήταν κάποτε ένας τύπος, που τυχαία γεγονότα της ζωής του τον οδήγησαν να κάνει το επάγγελμα του γευσιγνώστη. Δεν ήταν, πως απολάμβανε τόσο τα φαγητά και τα γλυκά, όσο τον γοήτευε η μυρωδιά τους, η όψη τους και πάνω απ’ όλα η προετοιμασία τους.

Τρελαινόταν να χώνεται στις κουζίνες των εστιατορίων και να χαζεύει τους μάγειρες και τους σεφ να κόβουν με γρηγοράδα τα διάφορα ζαρζαβατικά και τα κρέατα, να λιώνουν μυρωδικά και μπαχαρικά στο γουδί, να σβήνουν τις σάλτσες με κρασιά και λικέρ κι αυτές να τσιτσιρίζουν στο τηγάνι. Κι ο ίδιος να δοκιμάζει κάθε τόσο από κάτι, να παρακολουθεί την πορεία από το ωμό στο ψημένο, από τα συστατικά στο γευστικό αποτέλεσμα του συνόλου.

Κάποια στιγμή λοιπόν, γοητευμένος απ’ όλη αυτή τη διαδικασία, αποφάσισε ν’ ανοίξει δικό του ρεστοράν. Διάλεξε ένα όμορφο μαγαζί, πήρε έναν απ’ τους καλύτερους σεφ, που είχε γνωρίσει στα χρόνια της δουλειάς του ως γευσιγνώστης κι έστησε μια από τις πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις της πόλης. Ο ίδιος φρόντιζε προσωπικώς, ώστε όλα να είναι καλοβαλμένα, καθαρά και περιποιημένα. Και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν…

Τα χρόνια περνούσαν, το ρεστοράν ανθούσε, ο γευσιγνώστης πλούτιζε. Όμως πάντα ένοιωθε πως κάτι λείπει από το μαγαζί του, πως κάτι έπρεπε να κάνει ακόμα. Καθώς ο ίδιος είχε αρχίσει να μεγαλώνει και να κουράζεται, δεν φρόντιζε τόσο πολύ τα πράγματα πια, τα είχε αφήσει να τα αναλάβουν οι διάφοροι υπάλληλοί του, όμως κι αυτοί τα πήγαιναν μια χαρά από μόνοι τους. Όλα δούλευαν ρολόι.

Μια μέρα ο γευσιγνώστης αποφάσισε να μην πάρει τ’ αυτοκίνητό του να πάει από το σπίτι του στο μαγαζί, έτσι για αλλαγή, να περπατήσει και λίγο. Καλό θα του έκανε. Έτσι όπως βάδιζε λοιπόν, περνώντας από ένα στενό δρομάκι και μπροστά από έναν κηπάκο, τον χτύπησε στη μύτη μια πολύ περίεργη μυρωδιά. Γνωστή μυρωδιά, αλλά τόσο έντονη, που τον έκανε με μιας να αναζητήσει την πηγή της.

Ακολουθώντας την όσφρησή του, πέρασε την πορτούλα του κηπάκου και κατευθύνθηκε προς την παλιά μονοκατοικία, που κρυβόταν πίσω από τα δέντρα, τους κισσούς, και τα αγριόχορτα του παραμελημένου κήπου, που είχαν γίνει κι αυτά ψηλά σαν μικρά δεντράκια. Με έκπληξη είδε, πως εκεί πίσω κρυβόταν ένα μικρό εστιατόριο, μαγεριό θα το έλεγες. Και η μυρωδιά, αυτή η τόσο γνωστή, γλυκόπικρη μυρωδιά, δεν ήταν άλλη από τη μυρωδιά της κανέλας.


Άρωμα κανέλας
Έσπρωξε την πόρτα, που άνοιξε με δυσκολία και τρίζοντας -προφανώς απ’ τα χρόνια και την έλλειψη μιας κάποιας δέουσας συντήρησης. Δεν είδε κανέναν και χώθηκε απρόσκλητος στην κουζίνα. Τα πάντα ανέδιδαν μια αίσθηση παλιού, παρακμής, εγκατάλειψης. Προσπαθώντας να διακρίνει κάτι πίσω από τους ατμούς και τις κατσαρόλες, ανακάλυψε τελικά στο βάθος μια ηλικιωμένη γυναίκα που μαγείρευε. Πλησιάζοντας λίγο περισσότερο, την είδε να ρίχνει κάτι σε μια κατσαρόλα. Κοίταξε καλύτερα. Η γυναίκα έριχνε με πάθος στο φαγητό –τι άλλο;- κανέλα. Πολλή κανέλα!

Δεν πήρε χαμπάρι την παρουσία του, έτσι βγήκε κι εκείνος απ’ την κουζίνα αθόρυβα, όπως μπήκε. Αποφάσισε όμως, ότι δεν πειράζει ν’ αργήσει μια μέρα στο μαγαζί, δεν έκανε πια και κανένα κακό. Ήταν περίεργος να δοκιμάσει και πάλι ένα φαγητό άλλο, ένα φαγητό που του είχε σπάσει τη μύτη η γλυκόπικρη μυρωδιά του. Ένα φαγητό φτιαγμένο από μια ξένη γυναίκα, σε ένα παράξενο μέρος, που του είχε μετά από χρόνια εξάψει την φαντασία. Κάθισε λοιπόν σε ένα απ’ τα τραπεζάκια και περίμενε υπομονετικά.

Μετά από αρκετή ώρα, η γυναίκα βγήκε απ’ την κουζίνα και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει την έκπληξη της, που είδε πελάτη στο μαγαζί. Έτρεξε κοντά του, τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ρώτησε, αν θα ήθελε κάτι να πιει. Εκείνος απάντησε, πως όχι, ήθελε μόνο να δοκιμάσει από ‘κείνο το φαγητό, που μοσχοβολούσε κανέλα. «Μα σε όλα μας τα φαγητά βάζουμε κανέλα!» απάντησε με στόμφο η ηλικιωμένη γυναίκα, «δεν είδατε την πινακίδα απ’ έξω; Άρωμα Κανέλας!»

Η αλήθεια ήταν, πως δεν είχε προσέξει καμία πινακίδα μες στα φυτά και τη μούχλα του τοίχου. Της ζήτησε τότε να του φέρει, ό,τι εκείνη θεωρούσε, πως φτιάχνει καλύτερα και μετά από λίγη ώρα γευόταν ένα υπέροχο κοκκινιστό κρέας -τίγκα στην κανέλα- συνοδευόμενο από πατάτες φούρνου -επίσης τίγκα στην κανέλα. Αυτό τον ξένισε λίγο στην αρχή, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να συνηθίζει την παράξενη συνταγή και μάλιστα να την απολαμβάνει. Μόλις τελείωσε το γεύμα του, θέλησε να δοκιμάσει και κάποιο επιδόρπιο και η γλυκιά γυναίκα του έφερε ένα ρυζόγαλο με πολλή-πολλή κανέλα. Αυτό του το κέρασε κιόλας.

Ο γευσιγνώστης έφυγε απ’ το μαγαζί με την γλυκόπικρη γεύση της περισσής κανέλας στο στόμα. Του έμεινε αυτή η αίσθηση όλη τη μέρα και όταν πια νύχτωσε και έπεσε για ύπνο, το μυαλό του συνέχισε να περιπλανάται κάπου ανάμεσα στον κήπο και την κουζίνα αυτής της μυστήριας γυναίκας. Στο όνειρό του μάλιστα είδε τον εαυτό του να τριγυρνάει ανάμεσα σε βουνά κανέλας, να κυλιέται πάνω της, να βυθίζεται μέσα της… Ένοιωθε σχεδόν ηδονή…


Η Γνωριμία
«Τι περίεργο», μονολόγησε το άλλο πρωί, γλείφοντας από τα χείλη του φανταστικά ίχνη κανέλας. Έπλυνε το πρόσωπό του, ξυρίστηκε και πήγε για τις καθημερινές προμήθειες του μαγαζιού. Για μια ολόκληρη ημέρα ξέχασε την ύπαρξη του παράξενου μέρους. Την επόμενη, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, ασυναίσθητα έστριψε στο στενό δρομάκι κι έριξε μία γρήγορη ματιά προς τα ‘κεί. Όμως όχι. Έδειχνε κλειστό. Κάπως απογοητευμένος συνέχισε το δρόμο του…

Αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Η διαδρομή του περνούσε πια καθημερινά μπροστά από το μαγεριό. Και πάντα το έβρισκε κλειστό. Κάποια ανεπαίσθητα σημάδια έδειχναν όμως, πως και κάποιος άλλος περνούσε από ‘κεί: Ξεδιπλωμένο το λάστιχο του ποτίσματος, ένας άδειος τενεκές λάδι, αφημένος πρόσφατα δίπλα στο πορτάκι του κήπου…

Μετά από δυο βδομάδες περίπου, μια ριπή ανέμου έφερε μαζί της τη μαγική μυρωδιά μέσα απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου του. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρηγορότερα κι ο γευσιγνώστης βρέθηκε να παρκάρει ξαφνικά μπροστά απ’ το απέναντι σπίτι και να σπρώχνει πάλι με δύναμη την παλιά πόρτα…

Την ώρα, που τον σέρβιρε η γυναίκα, άκουσε τον εαυτό του να λέει: «Θα θέλατε να μου κάνετε λίγη παρέα; Συνάδελφος είμαι κι εγώ. Το «La Simplicité» εδώ πιο κάτω, αν έχετε υπ’ όψιν σας…” Εκείνη δέχτηκε διστακτικά, φέρνοντας μαζί της και μια καράφα μαυροδάφνη. Την έλεγαν Μαρία, τον έλεγαν Αλκαίο (συχνά τον συνέδεαν με το λυρικό ποιητή της αρχαιότητας, μα φευ! αυτός ήταν τόσο πεζός...) Η Μαρία δεν το σχολίασε, ήταν σχεδόν όλη την ώρα αμίλητη. Ο Αλκαίος με κάποια έκπληξη διαπίστωσε, πως δεν ήταν τελικά και τόσο ηλικιωμένη: ίσως μερικά χρόνια μεγαλύτερη από τον ίδιο. Μια περιρρέουσα θλίψη προσέθετε χρόνια στην αύρα της και ξεγελούσε το μάτι από μακριά.

Ήταν ήσυχα πολύ. Ένα ραδιόφωνο στην κουζίνα έπαιζε ανδαλουσιάνικα ταγκό από γρατζουνισμένους δίσκους. Μια απόκοσμη νοσταλγία αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα. «Και το Άρωμα Κανέλας;» την ρώτησε διακριτικά «Σας αρέσει τόσο πολύ η κανέλα;» Τότε η Μαρία –λες και μιλούσε κάποιος άλλος με τη δική της φωνή-, άρχισε να διηγείται μία παράξενη ιστορία, για έναν άντρα, έναν παράφορο έρωτα, μία νύχτα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, που ερωτευμένοι μάσαγαν ξύλα κανέλας (κάποιος τους είχε πει πως είναι αφροδισιακή), και ένα ξύπνημα με τον άντρα νεκρό στο πλάι της, να αναδίδει ακόμα στο χώρο άρωμα κανέλας…

«Ακόμα έτσι θα μυρίζει, είμαι σίγουρη» απεφάνθη στο τέλος της διήγησης «Από τότε έχω συνδυάσει την κανέλα με τον έρωτα και το θάνατο. Ίσως έτσι ήταν από πάντα, ίσως γι’ αυτό να έχει αυτήν τη γλυκόπικρη γεύση. Εγώ βάζω βέβαια πολλή. Θέλω να περνάει η γλύκα από τον ουρανίσκο, αλλά στο τέλος να μένει σε όλους η πικρίλα… όπως έμεινε και σε μένα…»

Είναι κι αυτό μια μορφή έκφρασης, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Αλκαίος. Μία τέχνη…
Συνεχίζεται...