Header Painting by Agapi Hatzi

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006

Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα


Κάνω βόλτες σε διάφορα blogs
και συναντώ προβλήματα.
Πολλά προβλήματα.
Ο ένας δεν βρίσκει δουλειά,
ο άλλος χωρίζει, ο τρίτος πενθεί…
Πολύς πόνος στο Intenet. Στη ζωή.
Στο μυαλό μας, στην ψυχή μας
και στο σώμα μας.


Ο πόνος είναι κάτι μη μετρήσιμο και μη συγκρίσιμο. Υποκειμενικός τελείως.
Είμαστε τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας. Ο καθένας είναι φτιαγμένος από άλλα υλικά.
Ο ένας ουρλιάζει «πονάω» για έναν πονοκέφαλο κι ο άλλος σφίγγει τα δόντια στους φρικτούς πόνους του προχωρημένου καρκίνου.
Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τον πόνο.
Ο ένας μπορεί να σηκώσει ένα αυτοκίνητο κι ο άλλος δεν μπορεί να σηκώσει το χέρι του.
Ο ένας είναι ταχύς σαν τον άνεμο κι ο άλλος ανάπηρος.
Ο ένας βλέπει το σύμπαν στο ταβάνι του δωματίου του
κι ο άλλος δεν θυμάται τ’ όνομα των παιδιών του.
Ο ένας γελάει στην κηδεία της μάνας του κι ο άλλος θέλει ν’ αυτοκτονήσει,
γιατί δεν πήγε καλά κάποιο project.
Κι ενδιάμεσα βέβαια όλες οι αποχρώσεις του κόσμου.
Πώς να γνωρίσεις λοιπόν πραγματικά κάποιον;
Με τι κριτήριο;
Ο άνθρωπος κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια.
Πώς να διακρίνει την ομορφιά του διαφορετικού; Και πώς να την αποδεχτεί;
Ο ανώτερος θα μπορέσει να καταλάβει καλύτερα τον κατώτερο, αλλά κι αυτός θα το κάνει μέσα απ’ τη δική του λογική, μέσα απ’ τα δικά του βιώματα. Ο κατώτερος ίσως να έχει ιδιότητες μαγικές, εντελώς άγνωστες στον ανώτερο, μοναδικές.
Αυτή εξάλλου είναι κι η χάρη του κόσμου. Η ποικιλία.
Η πιο σοφή κουβέντα, που ειπώθηκε ποτέ
-ιδιαίτερα όσον αφορά τ’ ανθρώπινα πλάσματα, αλλά κι ολόκληρο το σύμπαν-
είναι εκείνο το «Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» του Σωκράτη.
Πλήρης αδυναμία κατανόησης. Πλήρης αδυναμία συναίσθησης.
Άρα και πλήρης αδυναμία κρίσης. Δεν μπορείς να κρίνεις το άγνωστο. Το ξένο.
Δεν μπορείς. Πρέπει να υπερβείς τον εαυτό σου. Είναι αυτό άραγε δυνατό;
Δεν ξέρω. Μπορούμε όμως ν’ αφουγκραζόμαστε το είναι του άλλου,
μήπως κάτι απ’ αυτό το άγνωστο πεδίο αγγίξει μια δικιά μας χορδή.
Έτσι γινόμαστε πλουσιότεροι. Έτσι κάνουμε ένα βήμα προς τα πάνω.
«Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα…»