Header Painting by Agapi Hatzi

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Η θλίψη του τέλους

















Ξύπνησα με τη μπάντα του δήμου να παίζει τα κάλαντα. Μια νότα έγινε χαραμάδα, με οδήγησε το πρωί στο όνειρο. Σε μια ζωή άλλη, παράλληλη και χαμένη… Έγινε τραγούδι ολόκληρο. Νοσταλγικό, γλυκό, θλιμμένο και τρυφερή αγκαλιά. Ξύπνησα με την επιθυμία να το μοιραστώ. Να το φέρω μαζί μου στο φως. Το ξέρω, εις μάτην… μα πάντα θα το λαχταρώ.

Τελευταία ημέρα ενός χρόνου πονεμένου και ανατρεπτικού. Κάθε μου βεβαιότητα έγινε κόκκινο, υφαντό χαλί με κρόσσια και στην ούγια έγραψε «Tέλος». Χειμώνας… Οι αναμνήσεις με παγώνουν και με στέλνουν να κουλουριάζομαι στα παπλώματα του Moρφέα. Οι αναμνήσεις γίνονται όνειρα και με ξαναζεσταίνουν. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος κι οι αναμνήσεις του μέλλοντος. Μα πιότερο οι αναμνήσεις απ’ τις χαμένες μου ζωές, εκείνες που αγάπησα και γλίστρησαν μέσα από τα χέρια μου, όπως γλιστράνε τα μεταξωτά σεντόνια όταν παλεύεις να τα διπλώσεις… να τα βάλεις σε τάξη και να τα φυλακίσεις στο συρτάρι.

Η πραγματικότητά μου μοιάζει τελευταίως σαν παρένθεση ανάμεσα στο πριν και στο μετά. Bάδιζα σε σκοινί χαλαρωμένο και πώς να με κρατήσει; Γλίστρησα κι εγώ και κρεμάστηκα σαν νυχτερίδα πάνω από γκρεμούς χαώδεις, περιμένοντας κάποιον να έρθει να με σώσει. Κανείς δεν θα με σώσει… όλοι χαζεύουν και βάζουν στοιχήματα, αν θα μπορέσω να πετάξω ή αν θα καταλήξω στην άβυσσο για πάντα…

Όμως εγώ απλά κοιμάμαι ανάποδα… όπως όλες οι νυχτερίδες. Θα ξυπνήσω κάποια νύχτα καλοκαιρινή απότομα, θα ανοίξω τα μάτια διάπλατα και θ’ αντικρύσω μια τεράστια σελήνη να μου χαμογελά και να μου γνέφει, κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι «Ήρθε η ώρα». Και τότε θα πετάξω. Θα μεταμορφωθώ, θα σταθώ ξανά στα δυο μου πόδια και θα γενώ πάλι πριγκίπισσα. Τότε θα τρέξουν όλοι να με σώσουν. Το έχω μάθει πια το παραμύθι…

«Ας ήτανε αληθινό το όνειρο τ’ αποψινό…», αντηχεί στο μυαλό μου η φωνή του Μπιθικώτση απ’ τα χρόνια εκείνα τα παλιά της αθωότητας. Που όλα τα όνειρα μπερδεύονταν με την αλήθεια και έμενα ξύπνια περιμένοντάς τα να φανούν ντυμένα στ’ άσπρα.

Τώρα κλείνω τα μάτια και παρακολουθώ τις χρονιές να γίνονται γρήγορα αναμνήσεις, να γλιστρούν σαν τα μεταξωτά σεντόνια μέσα από τα χέρια μου κι εγώ να προσπαθώ πάντα να τις διπλώσω… Αυτήν τη χρονιά όμως θα την αφήσω τσαλακωμένη, να κείτεται για πάντα πάνω στο κόκκινο χαλί που γράφει «Tέλος», να περνάω, να την τσαλαπατάω και πότε-πότε κρυφά να πέφτω στο πάτωμα, να μυρίζω το άρωμά της και να κλαίω βουβά, μονάχη. Να συγκινούμαι και να ταξιδεύω στη βαθιά, βαθιά της αλήθεια.

Η νέα χρονιά θα είναι χρονιά διπλωμένη. Αυστηρή, πειθαρχημένη.
Η νέα χρονιά θα είναι πάλι μια αρχή, μία βάση για νέες, μελλοντικές περιπέτειες της ψυχής. Τα θεμέλια μπαίνουν πάντα με ιδρώτα, με κόπο, με ΠΡΑΞΗ. Πρέπει να περιμένω καιρό να χτιστεί το υπερώον, να κάτσω πάλι να ρεμβάσω.


Εύχομαι σε όλους μας το 2008 να εκπληρωθούν όχι οι ευχές, μα οι ανάγκες μας.
Αυτές οι βασανιστικές ανάγκες, που κρύβουν μέσα στην άχλη τους τ’ άστρα.
Εύχομαι το 2008 να κάνει επιτέλους για λίγο ξαστεριά.

...

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

Ψυχική προετοιμασία


Άωρες στάλες
κλέβω από ονείρων
μελλοντοπηγή
...

Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2007

Υποθέτοντας


Συζητούσαμε μια μέρα, αν θα μας άρεσε
να ήταν όλος ο κόσμος γεμάτος ανθρώπους σαν κι εμάς.
Με την ίδια ψυχοσύνθεση.

Ο ένας είπε, πως όχι, δεν θα του άρεσε να ζει
σε μια κοινωνία νευρασθενικών τύπων.
Ο άλλος εν μέσω καταθλιπτικών.
Η τρίτη είπε, πως θα βαριόταν.

Κι αναρωτιόμουν, πώς να αποδεχθείς τους άλλους,
όταν δεν ανέχεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό;

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2007

Η μεγαλύτερη ευχή


















Έχω ένα φίλο. Οι γονείς του τσακώνονταν τι όνομα να του δώσουν: Στέφανο απ’ το μπαμπά της μαμάς ή Παναγιώτη απ’ την πλευρά του μπαμπά; Βγήκε ο φίλος μου στο φως ανήμερα του Αγίου Στεφάνου, 27 Δεκέμβρη. Τι να πει ο μπαμπάς; Καπελώθηκε από την τύχη… Κι έτσι ο φίλος μου έχει τώρα γιορτή και γενέθλια μαζί. Καπελώθηκε κι αυτός, γιατί πάντα έπαιρνε ένα δώρο αντί για δύο, που παίρνουν όλα τα παιδάκια.

Μεγάλο πράγμα η τύχη… Όλα τα σημαντικά πράγματα στη ζωή μας είναι θέμα τύχης. Πού θα γεννηθείς, με τι γονείς, με τι γονίδια, σε τι εποχή… Όλα… Και μετά σου λένε, είσαι υπεύθυνος για τη ζωή σου. «Δε μας γ$#%ς κι εσύ, ρε φίλε;», θα σου πει και ο Αιθίοπας με το Aids, την ώρα που τον πυροβολούν μες στην πείνα του οι λυσσασμένοι πολιτικοί αντίπαλοι…

Η τύχη… μεγάλο πράγμα… παίζει πόκερ με τη θέληση. Ποιος, λέτε, θα κερδίσει; Γιατί πόκερ κι όχι σκάκι; Μα είπαμε: και σκάκι να παίζανε, η θέληση θα ξεκινούσε ξεκληρισμένη. Με τρεις στρατιώτες, ένα άλογο κουτσό και έναν γκρεμισμένο πύργο. Τι να λέμε τώρα; Άντε βγάλτα πέρα. Κουνάμε αγχωμένοι τα στρατιωτάκια μπας και καταφέρουμε να βγάλουμε καμιά βασίλισσα να μας σώσει…

«Θα το τρέξω το κατοστάρι», έλεγε παλιά ένας γνωστός, «Μόνο που ο άλλος, ο πλούσιος, ξεκινά απ’ τα 50 μέτρα. Πού να τον προλάβω;» Πού να τον προλάβει; Έτρεξε το κατοστάρι του και πουλάει -50 χρονών τώρα- παπούτσια στη Nike. Ναι, ξέρω… άλλοι δεν έχουν πόδια… Ε, σ’ αυτούς δεν θα πουλήσει.

Ήταν μουτρωμένος χθες ο άλλος μου φίλος. «Όλα μου πάνε στραβά», έλεγε «κι οι άνθρωποι με έχουν απογοητεύσει». Τον περιλάβαμε με την φίλη μου -του ρίχνουμε και καμιά δεκαριά χρόνια η καθεμιά-, να του φτιάξουμε το κέφι: «Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα, Φαρούκ! (παρατσούκλι είναι αυτό, γιατί ο φίλος μου είναι μαυριδερός) Η ζωή σου θα γίνεται όλο και χειρότερη όσο περνούν τα χρόνια! Κάποτε θα θυμάσαι τα σημερινά σου προβλήματα και θα λες «Τι ευτυχισμένος που ήμουν τότε!»»

Γελάσαμε πολύ με τις μαλακίες μας -του φτιάξαμε όντως το κέφι!- και στις 4 το πρωί τον αποχαιρετήσαμε κι οι δυο αγαπησιάρικα, με δύο σταυρωτά φιλιά και μια τεράστια ευχή:
«Καλή τύχη, Φαρούκ! Θα σου χρειαστεί!»
...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007

Να τι μου λείπει…











Ωραία περνάω αυτές τις μέρες…
Βγήκα απ’ τη ρουτίνα μου και γουστάρω πολύ.
Όλο κάποιον συναντάμε, όλο κάπου πάμε…
Επέστρεψε κι ο ύπνος μου.

Πεινάω όμως πολύ!! Συνέχεια πεινάω!
Βρήκα πάντως δυο ρουχαλάκια να χωρέσω, να βγάλω τις «υποχρεώσεις».
(Μα τι νούμερα είναι αυτά που κυκλοφορούν;
Τους έχουνε πει, πως η Ελληνίδα ομοιάζει των Πιαφρέζων;;)

Έχει έρθει κι η φιλενάδα μου από τας Ευρώπας, βασικό.
Κι ο άντρας μου επιτέλους δεν λείπει όλη μέρα
και μιλάμε, και καθόμαστε μαζί στο computer για ώρες
και παίζουμε ανηλεώς ένα παιχνίδι, που μας αρέσει πολύ.

Τελικά, τι θέλει ο άνθρωπος απ’ τη ζωή του;
(εγώ είμαι ο άνθρωπος απ’ ό,τι καταλαβαίνετε)
«Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου…»
Όχι, sorry, μπερδεύτηκα.

Θέλει λοιπόν παρέα…
Αυτό μου λείπει τις περισσότερες μέρες του χρόνου: οι άλλοι.


(Κάποτε βρισκόμασταν κάθε μέρα. Κόσμος και κοσμάκης.
Οι κολλητοί σχεδόν απ' το πρωί, αραλίκι και μπλα-μπλα.
Μετά… έπρεπε όλοι να βγάλουνε λεφτά· ήρθαν και τα παιδιά…
Χαιρετίσματα. Bye-bye my dearest friends, hello loneliness…)
...