Header Painting by Agapi Hatzi

Τρίτη, Αυγούστου 24, 2010

Επαναπροσδιορισμός

Τ’ άστρα πεθαίνουν μαζί με τις ευχές σου.
Γιατί προσεύχεσαι στα παρελθόντα.

Επίλεξε, συντονίσου, έμμεινε
στην τροχιά των υπαρκτών και των ζώντων.
Ορατών τε πάντων κι αοράτων...

Η πραγματικότης πάντα βρίσκει τρόπο
να ανταμοίβει τη σκιά της.


Κυριακή, Αυγούστου 15, 2010

Παιδική ζωή...

Ο μπαμπάς της ήταν πάντα απών.
Ψάρευε στις θάλασσες τεράστια σαλάχια και σκυλόψαρα, στις ζούγκλες κυνηγούσε άγρια ζώα.
Δεν τα εμπορευόταν, δεν τα έτρωγε, ήθελε μοναχά ως τρόπαιο το κεφάλι τους, τα κέρατα ή τη ραχοκοκκαλιά τους.
Όταν κάποια στιγμή είχε επιστρέψει για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο σπίτι
-σ’ αυτό που επέμενε να αποκαλεί σπίτι κι ας μην ήταν σχεδόν ποτέ εκεί-,
είχε φέρει μαζί του από την Αφρική ένα νεογέννητο λιοντάρι.
«Δεν θα επιζούσε μέσα στη ζούγκλα»
,
της εξήγησε καπνίζοντας με εκείνο το ανεξιχνίαστο ύφος του μία τεράστια πίπα,
«είναι ασθενικό κι αδύναμο... Βλέπεις με μιας στα μάτια του την ανημποριά.»

Το απίθωσε με μια σπάνια για τον ίδιο κίνηση τρυφερότητας στην αγκαλιά της
κι εκείνο έκανε μιαν αυτόματη κίνηση προς το ακόμα ελάχιστο στήθος της να βυζάξει.

Ήταν πράγματι τόσο μικρό, τόσο απαλό και τόσο αξιαγάπητο
-ήτανε πάνω από όλα δώρο ολοζώντανο από Εκείνον.

Δεν βρήκε γάλα να πιει στον κόρφο της, μα ρούφηξε από το πρώτο δευτερόλεπτο την καρδιά της.
Το νανούριζε στο κρεβάτι της, του πρότεινε την κουβέρτα της να παίξουν,
γέμιζε μια σαλατιέρα από κείνες τις τεράστιες για τους καλεσμένους με γάλα κατσικίσιο,
που αγόραζε η μαμά της με τις νταμιτζάνες από έναν βοσκό κάπου κοντά στο εξοχικό τους.
Η μαμά της το φοβότανε λιγάκι, αλλά δεν της έκανε καρδιά να της στερήσει το υποκατάστατο της πατρικής αγάπης.

Όταν μεγάλωσε το λιονταράκι κι έγινε πια λιοντάρι, η μάνα αποφάσισε το αδιανόητο:
πήγε μαζί με το κορίτσι στο βοσκό και διάλεξε μία κατσίκα που έσφαξαν μπρος στα μάτια τους.
Γυρνώντας στον κήπο του σπιτιού τους την άπλωσε μπρος στο λιοντάρι, καλώντας το όπως πάντα για φαί.
Εκείνο μύρισε στην αρχή επιφυλακτικά το φρέσκο ακόμα αίμα, και το κρέας, μα γρήγορα άρχισε να το κατασπαράζει·
χάθηκε απ’ τα μάτια η ανημποριά και άστραψε η άγρια φύση.
Αλλά... η ηδονή δεν έχει τέλος, ούτε χορταίνει εύκολα.
Με έναν αστραπιαίο ελιγμό στράφηκε προς τη μάνα και έχωσε τα κάτασπρα δόντια του στα σπλάχνα της.

Το κορίτσι -στην εφηβεία πια- παρακολούθησε βουβό τη θυσία,
πέρασε με ψυχραιμία ένα σκυλίσιο λουρί γύρω από το λαιμό του λιονταριού,
του ψιθύρισε στ’ αυτί «Πάμε τώρα μια βόλτα», με βήματα μηχανικά το πήγε μέχρι τον ζωολογικό κήπο
και ζήτησε από τους ανθρώπους εκεί να το κρατήσουν σε ένα κλουβί: «Μονάχο του όμως... είναι άγριο πολύ».

Με τη βοήθεια των συγγενών κήδεψε τη μητέρα, έγραψε στον πατέρα τα καθέκαστα, τον αποχαιρέτησε
κι από τότε μέχρι σήμερα ζει μια απολύτως φυσιολογική ζωή στην άκρη της πόλης...


Τετάρτη, Αυγούστου 11, 2010

Νάουσα


Στο λιμανάκι το νόστιμο.
Κάηκα άσχημα στο μεταλλικό κουτί του κεριού,
μάγκωσα το δάχτυλο στην πόρτα της τουαλέτας.
Πέρσι ίδια εποχή μια άλλη πόρτα τουαλέτας μού ΄χε φάει το πόδι.
Πιο επικίνδυνο είναι για μένα να πηγαίνω τουαλέτα
παρά η ελεύθερη πτώση από τα 10.000 πόδια.
Πήγα στο barman μες στα αίματα,
παραπονέθηκα κοσμίως πως μάλλον θα φύγω σακατεμένη από ‘κεί μέσα,
με περιποιήθηκε δεόντως, υπερδεόντως...
Βγήκα μπαταρισμένη εκατέρωθεν.
Η παρέα με παρακολουθούσε με ενδιαφέρον κάθε φορά που σηκωνόμουν
να δουν πότε θα πέσω στη θάλασσα,
να τριτώσει το κακό, να πέσει το γέλιο της αρκούδας.
Δεν πόναγα... Δεν πονάω... Ίσως το οινόπνευμα... ίσως το πνεύμα...
Η ζωή μού φαίνεται όλο και πιο αστεία.
Η φίλη μου παραπονιέται
πως η συμβουλή μου να αυτοκτονήσει με μια πλαστική σακούλα στο κεφάλι
δεν της φαίνεται αρκούντως αξιοπρεπής.
Μα εγώ αδυνατώ να πιστέψω οποιαδήποτε απειλή εναντίον της ζωής.
Γιατί όποιος έχει χιούμορ,
ποτέ δεν την κόβει πριν ακούσει το τέλος του τέλειου ανεκδότου.



Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2010

100, 100, 'κατοστάρα, 100!

100.000 Visitors
Since June 6, 2006

Πέμπτη, Αυγούστου 05, 2010

Σχεδόν ανέμελη




Οι στροφές είναι συνήθως ήπιες…
η οδοσήμανση τρομακτικότερη.
Μόνον στα απότομα κατεβάσματα
σε συνοδεύει ένα αναπόφευκο μουγκρητό.
Κάθε όγκο τον κουμαντάρεις·
είναι οφθαλμοφανώς
τα πάντα μια συνήθεια.
Δεν υπάρχει τίποτα να σε σκιάζει…
ούτε καν οροφή.
Just follow the rhythm.