Header Painting by Agapi Hatzi

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

Πάρε τ' αχνάρια μου…

















Οι άνθρωποι πεθαίνουν κι αφήνουν πίσω τους μονάχα μίαν ανάμνηση, κάποιες φωτογραφίες
και το στίγμα τους στους εναπομείναντες.
Στίγμα;
Κάτι περίπου σαν μικρόβιο;
Σαν ανεξίτηλο σημάδι;
Σαν λανθάνουσα κληρονομική νόσο;
Σαν το σημείο τομής δύο γεωγραφικών συντεταγμένων;
Μία «σφραγίδα»;

Ναι, κάποιοι γίνονται φορείς και μεταφέρουν το στίγμα.

Μικρόβιο…
Θυμάμαι στον «Όταν ο ήλιος…» που το λάτρευα πιτσιρίκα, έλεγε η επίσης πιτσιρίκα ηρωίδα:
«Μα πώς είναι δυνατόν να φοβάσαι κάτι τόσο μικρό όπως ένα μικρόβιο; Εγώ δεν φοβάμαι ούτε τους σκύλους!»
Ναι, κάποτε είχαμε άγνοια του κινδύνου.
Δεν φοβόμασταν την επιρροή των άλλων, που οι γονείς μας έτρεμαν για ‘μάς.
«Με ποιους θα είσαι, παιδί μου; Μην είναι τίποτα αλήτες;»

Η μάνα μου για κάποιον περίεργο λόγο δεν έτρεμε και μού ‘δειχνε και μένα εμπιστοσύνη.
Ερχόταν η ίδια σε επαφή με όλα τα «μικρόβια» του κόσμου και πίστευε πως δεν κόλλαγε.
Εγώ όμως την παρακολουθούσα να αρρωσταίνει βουβά και κυρίως να αλλάζει.
Να χάνει λίγο-λίγο τη μαχητικότητά της και να παραδίδεται στο έλεος των γενικευμένων, των ασφράγιστων μικροβίων.
Ακόμα κι αυτού που λένε «Θεός».
Να εξαρτάται μέσα της κι έξω της και να πανικοβάλλεται στο δωμάτιο της εντατικής από επίδοξους δολοφόνους.
Ο κάποτε ανεκδήλωτος φόβος στο τέλος είχε τερατωθεί.

Δεν ήταν σαν τη θεια μου, που συνειδητά υποστηρίζει:
«Αυτός μόνο θλίψη θα σου φέρει, παιδί μου… άστον να πάει στο καλό…»

Μοιάζω περισσότερο στη μάνα μου… έρχομαι σ’ επαφή με τα μικρόβια,
μόνον που αποφεύγω τις μεγάλες συγκεντρώσεις, γιατί η κοινή γρίπη δεν με σκοτώνει,
αλλά με κάνει να σέρνομαι και μου δημιουργεί μιαν ανεξήγητη θολούρα.
Έναν-έναν ενίοτε τους συναντώ με μια κρυφή δυσαρέσκεια…
Όσο για τη θλίψη… δεν θα μου τη φέρει ο άλλος… μπορώ να του τη φέρω κι εγώ, δεν τρέχει τίποτα.
Το κυνήγι της χαράς μού κάνει λίγο ίδιον των υπερκινητικών παιδιών.

Κουβαλάω λοιπόν το στίγμα λίγων· όσων αγάπησα.
Δεν χρησιμοποιώ τις λέξεις τους να δείξω πως μ’ έχουν αγγίξει
[μα τι άκρα γελοιότης είναι αυτή; Δεν ντρέπεσαι λίγο να μιλάς με τα λόγια του άλλου;]
Απλά τους κουβαλώ μέσα μου και θα τους κουβαλώ κι όταν πια θα έχουν φύγει.
Όπως έχει φύγει η μάνα μου.
Και το στίγμα τους θα το πάρουν και τ’ ανίψια μου, θα το πάρετε ίσως κι εσείς που αφελώς διαβάζετε αυτές τις αράδες.
Και κάπως έτσι θα γίνουν αθάνατοι και θα τους εντοπίζουν σαν μικροκύματα αρχέγονου φωτός ανάμεσα στα φώτα της λαμπερής πόλης…