Header Painting by Agapi Hatzi

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2015

Η ιστορία του πατέρα μου, που ήρθε από την Σμύρνη το '22

Φωτό: Μανώλης Μεγαλοκονόμος, ο σημαντικότερος ίσως φωτογράφος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και φίλος της οικογένειας
Μιας και λόγω των Σύρων όλοι θυμήθηκαν προσφάτως την καταστροφή της Σμύρνης -το Lifo κάνει εκτενές αφιέρωμα με προσωπικές ιστορίες προσφύγων από τη Σμύρνη-, ας παραθέσω κι εγώ την ιστορία του μπαμπά μου, όπως τουλάχιστον την έχω ακούσει και την ξέρω.

Ο πατέρας μου λοιπόν γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1915 -την ίδια χρονιά με τον Frank Sinatra, είχε να το λέει! Ο αδελφός του το ‘17, δυο αδέλφια ήταν. Ο πατέρας τους Ηλίας ήταν γέννημα-θρέμμα Σμυρνιός κι η μάνα τους Σαπφώ ήταν από τη Λέσβο, πολλοί γάμοι συνάπτονταν τότε μεταξύ αυτών των πληθυσμών, μιας και τα ελληνικά νησιά είναι μία πετριά από τις ακτές της πάλαι ποτέ Ιωνίας.

Ο παππούς τους Όθων είχε έρθει από το Αϊβαλί στη Σμύρνη -αν οι πληροφορίες είναι σωστές- και για ένα φεγγάρι ήταν διπλωματικός απεσταλμένος της Σμύρνης στην Τεργέστη  -αυτό το έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια, ψαχουλεύοντας για ώρες τα αρχεία της «Εστίας» Νέας Σμύρνης, όταν κάποτε ενδιαφερόμουν ακόμα για το γενεαλογικό μου δέντρο. Παντρεμένος με την επίσης Λέσβια Αλεξία από την οποία πήρα και τ’ όνομά μου. Κάποια στιγμή θέλησε να ανοίξει στην Σμύρνη τράπεζα και για οικονομικά συμφέροντα τον σκότωσαν κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα - αρχές '20ου.

Το 1922 λοιπόν η οικογένεια του πατέρα μου ζούσε κι ευημερούσε στη Σμύρνη με σπίτι και μαγαζί «Εδώδιμων-Αποικιακών» πάνω στον γνωστό μεγάλο παραλιακό δρόμο της Σμύρνης. Το 1922, όταν ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά κι άρχισε ο διωγμός των Ελλήνων από τη Σμύρνη, η γιαγιά μου πήρε τα δυο της παιδιά με σκοπό να περάσει με βάρκα απέναντι, στη γενέτειρά της Μυτιλήνη. Για 3 μέρες κρύβονταν σε τάφους να μην τους βρουν και τους σκοτώσουν. Ο παππούς έμεινε πίσω και δεν γύρισε ποτέ. Μέχρι που πέθανε η γιαγιά μου το 1973, έβαζε συνεχώς ανακοίνωση στις Αναζητήσεις Αγνοουμένων του Ερυθρού Σταυρού, που τις ακούγαμε κι απ΄ το ραδιόφωνο –αυτό το θυμάμαι προσωπικώς.

Από τη Μυτιλήνη σύντομα κατέφθασαν στην Αθήνα. Η γιαγιά είχε ράψει τα κοσμήματά της στη φόδρα κάποιων φορεμάτων και πουλώντας τα πέρασαν τον πρώτο καιρό στην Αθήνα. Για μερικά χρόνια έμεναν μαζί με πολλούς άλλους πρόσφυγες και κοιμόντουσαν στα πατώματα ενός αρχοντικού που είχε παραχωρήσει ο Κανελλόπουλος –δεν ξέρω ποιος ακριβώς Κανελλόπουλος- γι’ αυτόν τον σκοπό στου Ψυρρή. Ο πατέρας μου μέχρι που πέθανε έλεγε «Εγώ στου Ψυρρή μεγάλωσα», για να δηλώσει πως ήταν «περπατημένος». Μόλις ήρθε στην Ελλάδα άρχισε να καπνίζει και το έκοψε στα 10!

Μερικά χρόνια αργότερα το ελληνικό κράτος αποφάσισε να μοιράσει ομοιόμορφα κτήματα 400 περίπου μέτρων στους πρόσφυγες της Σμύρνης με ένα συμβολικό αντίτιμο, πάνω από την Συγγρού, στο ύψος της Καλλιθέας. Το 1928 λοιπόν η γιαγιά μου αγόρασε το κτήμα αυτό στην περιοχή που προς τιμήν των προσφύγων από τη Σμύρνη ονομάστηκε Νέα Σμύρνη και στο οποίο ακόμα μένω -δόθηκε για αντιπαροχή λίγο πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση.

Η γιαγιά μου άρχισε αμέσως να δουλεύει για να μεγαλώσει τα δυο της παιδιά -μία γυναίκα μόνη με ελάχιστους μακρινούς συγγενείς στην Αθήνα. Της άρεσε να κεντάει, αλλά έμαθε και ραπτομηχανή κι έπιασε δουλειά ως ράφτρα στην τότε επιχείρηση της Singer στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου ως ο μεγαλύτερος από τα δύο παιδιά βγήκε από πολύ μικρός στη βιοπάλη, κάνοντας δουλειές του ποδαριού για να βοηθάει την οικογένειά του και για να σπουδάσει ο μικρός σε στρατιωτική σχολή αρχικά και στη συνέχεια αρχιτέκτονας. Κι ο ίδιος όμως, παρ’ όλο που δούλευε και ήταν αθλητής σφύρας στον Πανιώνιο, ταυτόχρονα παρακολουθούσε τη νυχτερινή Εμπορική Σχολή και με τα χρόνια κατάφερε να ανοίξει τυπογραφείο, το οποίο μετέτρεψε εν συνεχεία σε ένα μικρό εργοστάσιο επεξεργασίας χαρτιού. Το πρώτο του τυπογραφείο ήταν πάνω στην Κεντρική πλατεία της Νέας Σμύρνης, στον ισόγειο χώρο που αργότερα έγινε ο γνωστός «Άδωνις».

Και τα δύο παιδιά πολέμησαν για την Ελλάδα το ’40 -ο θείος μου ως αξιωματικός του στρατού τότε είχε πάει με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο για ένα διάστημα. «Οι πρόσφυγες είναι πιο Έλληνες κι από τους Έλληνες», συνήθιζαν να λένε κι οι δυο με περηφάνεια. Κι ήταν αλήθεια…

Ο θείος μου πήγε κάπου το ‘70 στη Σμύρνη να ψάξει τι απέγινε ο πατέρας τους. Βρήκε το σπίτι, βρήκε και το μαγαζί τους -άθικτα ακόμα και σε τουρκικά χέρια. Βρήκε κι έναν ομαδικό τάφο, όπου είχαν πετάξει τον πατέρα τους μαζί με πολλούς άλλους Έλληνες…