Header Painting by Agapi Hatzi

Σάββατο, Αυγούστου 01, 2009

Σάββατο, Αύγουστος 01, 2009


















42 χρόνια ζωής κοινής με τον εαυτό της παρασυρόταν ακόμα από τα τερτίπια του
και χαμογέλαγε μονάχη σα χαζή στα ερωτικά καλέσματα της φύσης του.
Δεν ήθελε να του χαλά χατήρι, μα σα νά ‘ταν θέλημα κάποιου είρωνα θεού,
του το χάλαγε πάντα.
Τον ήξερε τόσον καιρό, κι όμως η σχέση τους κράταγε ακόμα το μυστήριο της αρχής.
Άγνωστος ακόμα κατ’ ουσίαν κι ας γνώριζε τα χαϊρια του και τις αδυναμίες.
Παρέμενε απρόβλεπτος.
Ήταν ένας αρσενικός, πώς να ταιριάξουν απόλυτα τα χνώτα τους;
Καμιά φορά την ξύπναγε τις νύχτες
και την τραβολογούσε σε φαντασιώσεις ισχυρής εμβέλειας και μεγάλου βεληνεκούς.
Τι ανικανοποίητος άνθρωπος, τι βιτσιόζος, τι ανελέητος στο κυνήγι της πρόσκαιρης χαράς.
Αυτή πάλι μαζεμένη, ντροπαλή, ονειροπόλα,
έμενε να τον κοιτάζει πάντα με τα μάτια ενός μικρού παιδιού.
Τον ξενέρωνε μέχρι σημείου να ροχαλίζει κι αυτός δίπλα της για χρόνια,
γνωρίζοντας πως κάθε του θέλω θα σπάσει πάνω στο φράγμα της θηλυκής της φύσης.

«Λες και οι γυναίκες δεν έχουν επιθυμίες», της πέταγε χαιρέκακα στα μούτρα.

«Αχ, έχουν, μωρό μου», του αντιγύριζε εκείνη θλιμμένη που δεν ήταν σε θέση να τον ακολουθεί.
«Μα οι επιθυμίες τους θέλουν πολύ χώρο για να ξεδιπλωθούν,
είναι αυτή η αναμονή που όσο κι αν την αρνούνται, την έχουν και ανάγκη...
θέλουν τη φωλιά, το γνωστό, το οικείο.
Δίνονται μοναχά στο ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ».

«Δικός σου είμαι, μάτια μου», έγνεφε με λαχτάρα στα υγρά της μάτια, δυο θάλασσες απέραντης μελαγχολίας.

«Δεν είσαι... είσαι διάχυτος, είσαι δικός του κόσμου όλου. Και μες στα όλα και εγώ.
Δεν μου φτάνει αυτό, ποτέ δεν θα μου φτάσει».

«Δεν θα με φυλακίσεις», θύμωνε αυτός.
«Είμαι μαζί σου, το μυαλό μου όμως και κυρίως η καύλα μου μπορούν να αγγίζουν τη ζωή ολόκληρη, ναι.
Θέλω να ζω δίχως τα όρια των φόβων και των ενοχών σου».

«Κι εγώ συνομιλώ με το σύμπαν· καβαλάω τις νύχτες τη σελήνη
και πετώ πάνω από τα πρόσκαιρα της ΖΩΗΣ, που τόσο περί πολλού έχεις.
Είμαι πέρα απ’ αυτή και πέρα από σένα, αν θες να τ’ ακούσεις, μάγκα του γλυκού νερού».

Τότε αυτός γινόταν θηρίο και την περιέλουζε με χίλια δυο επίθετα,
από ‘κείνα που σε κάνουν έξαλλο κι ας ξέρεις πως κάπως έτσι έχουν τα πράγματα.

«Δεν θα τα βρούμε ποτέ», μουρμούραγε εκείνη κι έπιανε να λιμάρει τα νύχια της με μανία.

«Κάντα όσο πιο αιχμηρά μπορείς!», της φώναζε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
«Όταν γυρίσω, να μου τα μπήξεις με όλη σου τη λύσσα...
γιατί, σου το υπόσχομαι, θα έχεις έναν λόγο παραπάνω απ’ ό,τι τώρα».