Header Painting by Agapi Hatzi

Παρασκευή, Ιουλίου 16, 2010

Ταξιδιωτικά


Μεσοπέλαγα
-για όπου κι αν σάλπαρες-
θαλασσοδέρνεις.

----------------------------------

Μην προσεύχεσαι
στον ούριο άνεμο.
Αρκεί να φυσά.

----------------------------------

Όποιο καράβι
απ’ το βλέμμα χάνεται,
παύει να υπάρχει.

----------------------------------

Άσ’ τα λιμάνια…
Θ’ αράζουμε αρόδου·
στις σημαδούρες.



Τετάρτη, Ιουλίου 14, 2010

Αποτελεσματικότητα



Κάθε σου φράση
ψαλιδίζει μια ίνα
απ’ την ψυχή μου.



Τρίτη, Ιουλίου 13, 2010

Στου Μπέη

Ξύπνησα ξημερώματα
Σηκώθηκα, ξεκίνησα
Περπάτησα πάνω σε βράχια
Δροσερά και λεία την αυγή
Πύρωναν όσο ο ήλιος ανέβαινε
Και σκλήραιναν
Κάτω από τα πόδια τα γυμνά
Ξυπόλυτη έφυγα
Ποτέ δεν σκέφτηκα πως θα πονούσα
Πως δεν θα άντεχα.
Σκαρφάλωνα, έπεφτα
Προχώραγα
Θαμνάκια άνυδρα
Επιζούσαν
Και λίγοι σκορπιοί.
Βρήκα σπηλιά κρυφή
Με ναρκωμένες νυχτερίδες
Και βράχους στημένους κυκλικά
σ’ ακίνητο χορό
Η τρύπα ανάμεσά τους
Έμοιαζε σαν όλο να μεγάλωνε
Και από κάτω άβυσσος
Τοπίο ιδανικό για βουτηχτές
Αυτοκτονίας
Πάντα με το κεφάλι.
Γλίτωσα και
Μεσημέρι ντάλα έφτασα
Σε κόλπο σχεδόν ιδιωτικό
Πλάγιασα κάτω από ένα πεύκο
Και μέσα μου αρνήθηκα
Να επιστρέψω.




Τρίτη, Ιουλίου 06, 2010

Do it yourself











Τα σύννεφα διαλύονται με ένα φύσημα.
Φτάνει να βρεις ανάσα.
Να μαζέψεις όλη τη δύναμη τού είναι σου μέσα στα σπλάχνα σου…
να την κρατήσεις όσο αντέχεις…
να γίνει η κοιλιά σου τούμπανο μέχρι να μην αντέχεις πια…
και μ’ όση ορμή, αδράνεια,
αρχή συγκοινωνούντων δοχείων, αρχή διατήρησης της ενέργειας,
αρχίδια-μύδια,
όποια αρχή της φύσης σε φωτίσει,
να την αφήσεις να βγει προς τα έξω
μέχρι να γίνει αυτό που εσύ θες
έτσι ακριβώς όπως το θες.
Και κυρίως ο ίδιος σου ο εαυτός.



Πέμπτη, Ιουλίου 01, 2010

πάλι και πάλι


Τα παράτησε.
Συνέλαβε την ιδέα της «απελευθέρωσης»
και έγειρε συνεσταλμένα στην πάνινη, φθηνή καρέκλα του.
Κουλουριάστηκε στη φωλιά της μοναχικότητας
και πάλευε μόνον κάποιες στιγμές
με τους εφιάλτες της εγρήγορσης
και δαίμονες νεκρούς, ανίσχυρους.
Τα παράθυρα χρησίμευαν ως μετερίζι:
εγώ και τ’ άλλα.
Εγώ και η συντονισμένη περιφορά του έσω Επιταφίου.

Σάλευε, ήταν σαφές.
Μα κανείς δεν κοίταζε.
Βούλιαζε στην καρέκλα,
όπως άλλοι βουλιάζουν σε άμμο κινούμενη.
Και τα πατζούρια απ’ τα παράθυρα
ήτανε το κλαδί της σωτηρίας του.
«Μην σπάσεις, μην σπάσεις», παρακαλούσε μέσα του.
Μα πάντα έσπαγε…
Και πάντα ξύπναγε
--πάλι και πάλι ζωντανός--
μες στη θολούρα
της υπερκορεσμένης ύπαρξής του.