Header Painting by Agapi Hatzi

Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

Το πλυντήριο και η γιαγιά μου











Το πλυντήριο

Μου χάλασε το πλυντήριο μετά από 9 χρόνια (στο γάμο μου το αγόρασα… ή μάλλον μου το αγοράσανε) και τώρα πρέπει να τρέχω να βρω καινούριο. Και πραγματικά πρέπει. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς πλυντήριο. Τα ρούχα έχουν γίνει ήδη στοίβες και σε λίγο δεν θα έχω ούτε κιλότα να φορέσω.

Ένας «πλυντηριάς» μου είπε να αγοράσω το πιο φτηνό της αγοράς, μηχανικό, με λίγα κουμπάκια και οπωσδήποτε χωρίς εγκέφαλο! Μόνο προβλήματα, λέει, δημιουργεί ο εγκέφαλος. Και στο προηγούμενο ο εγκέφαλος χάλασε και για να τον αλλάξεις δεν αξίζει τον κόπο. Στοιχίζει περίπου το ίδιο με το να πάρεις καινούριο.

Και τι τον θέλω έτσι κι αλλιώς τον εγκέφαλο; Πραγματοποιεί μονάχα λειτουργίες, που δεν χρησιμοποιώ σχεδόν ποτέ. Το θέμα είναι το πλυντήριο να φέρνει σε πέρας τα βασικά προγράμματα. Τα απολύτως απαραίτητα. Και στεγνωτήριο στην Ελλάδα δεν πολυχρειάζεται λόγω κλίματος.

Σε όποιο δημιούργημά του βάζει ο άνθρωπος εγκέφαλο, βγαίνει πολύ ευαίσθητο και χαλάει εύκολα. Πρέπει να το χειρίζεται κανείς με μεγάλη προσοχή και επιδεξιότητα και πάλι τα αποτελέσματα δεν είναι σίγουρα. Άσε, που η τεχνολογία τους απαρχαιώνεται πάρα πολύ γρήγορα και πας γι’ άλλα, ακόμα κι αν δεν προλάβει να χαλάσει από μόνο του.


Η γιαγιά μου

Για το Θεό (σχηματικά) πάλι και τα δικά του δημιουργήματα έλεγε ένας φίλος: «Είναι πολύ καλός ηλεκτρονικός, αλλά πολύ κακός υδραυλικός. Στον άνθρωπο πρώτα απ’ όλα χαλάνε τα υδραυλικά συστήματα» Και γενικότερα τα μηχανικά, θα προσέθετα εγώ, σε αντίθεση με τα δικά μας κατασκευάσματα.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πραγματικά χαλάει σχεδόν τελευταίος. Συχνά βέβαια είναι ελαττωματικός, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Όταν χαλάσει-χαλάσει όμως, είμαστε κι εμείς σχεδόν για πέταμα. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό. Οτιδήποτε άλλο παλεύεται. Ο εγκέφαλος δεν παλεύεται.

Το πλυντήριο το πετάς και παίρνεις καινούριο. Τον άνθρωπο τι τον κάνεις; Καινούριο δεν μπορείς να πάρεις. Κι ο παλιός έχει ήδη χαθεί. Έχει απομείνει μια εικόνα, μια ανάμνηση, που περιφέρεται στο χώρο σαν άδειο κουφάρι και πληγώνει. Τον εαυτό του και τους γύρω του.

Και ειλικρινά αναρωτιέμαι: αν ο εγκέφαλος -καθώς λένε- αποτελείται από στιβάδες κι αν οι πάνω στιβάδες έχουν φαγωθεί και τρύπες αβυσσαλέες οδηγούν κάπου στο ερπετό, τι κάνουμε; Τον συντηρούμε; Τον σκοτώνουμε; Τον κλείνουμε κάπου να μην τον βλέπουμε; Ή τον κρατάμε μαζί μας και υποφέρουμε όλοι μαζί;

Αυτό που λέμε «ψυχή» δεν ξέρω, πού ακριβώς κατοικοεδρεύει. Ούτε αν υπάρχει κάτι τέτοιο ανεξάρτητο απ’ τον εγκέφαλο. Όσο για το σώμα… το ναό της «ψυχής»… εγκαταλελειμμένος... Τι να πω; Δεν έχω ιδέα…

Σεβόμαστε τη ζωή γενικώς κι αορίστως; Ή τη σεβόμαστε ειδικά και συγκεκριμένα;
Τι λέτε;

Υ.Γ. Παρακαλώ, μην αρχίσετε να μου λέτε γενικώς για την ευθανασία και κυρίως ούτε κουβέντα για τα παιδάκια με ειδικές ανάγκες. Καμία σχέση…

Υ.Γ. Καλά, πείτε ό,τι θέλετε... δε γαμιέται... όλα παίζουν τελικά στο μυαλό μας... Ας τα συζητάμε τουλάχιστον, να βγαίνουν από μέσα μας...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2006

Μια ποικιλία κι ένα καραφάκι




















Περνάω περιόδους εξαιρετικής εξωστρέφειας
Και περιόδους απόλυτης εσωστρέφειας
Περιόδους, που ασχολούμαι με όλα
Και περιόδους που ασχολούμαι μόνο με την πάρτη μου
(άντε και κανέναν από δίπλα, που τον νοιώθω «δικό» μου…)

Αναρωτιέμαι τι μου προσφέρει τι…
Ίσως στη δεύτερη φάση τακτοποιώ τις εμπειρίες της πρώτης
Πάντως κι οι δύο φάσεις με κουράζουν απίστευτα, όταν παρατραβάνε.

Πιάσε μια ποικιλία κι ένα καραφάκι τώρα!

Το καραφάκι είναι στάνταρ… μάλλον η μοναδική πραγματική μου «φύση»
Μέθη… την αναζητώ πάντα και παντού… σε όλες της τις εκφάνσεις
Βάρδα μην ξενερώσω…

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

Κρίμα, κρίμα, κρίμα…














Κρίμα να κάνεις ένα δώρο και να στο πετάν’ στα μούτρα
Κρίμα να χάνονται οι λέξεις σου σε ερμητικά κλεισμένα αυτιά
Κρίμα να προσπαθείς να πλησιάσεις κάποιον
κι αυτός να κάνει βηματάκια προς τα πίσω… κι ας πέσει στο γκρεμό…

Κρίμα να μην δίνεις το χέρι σου, για να σώσεις ή να σωθείς…

Κρίμα να χαραμίζεις το χρόνο σου σε παλιές ιστορίες κι οδυνηρές αναμνήσεις
Κρίμα να χαλαλίζεις τη ζωή σου σε χαώδεις σκέψεις κι απραξία
Κρίμα να κλείνεις τον εαυτό σου μέσα κι όλους τους άλλους απ’ έξω


Κρίμα να αργοπεθαίνεις από φόβο να ζήσεις…

Επιβίωση





Περνώντας τα χρόνια, όλο κάτι «κόβουμε».
Υποχρεωτική αφαίρεση εν ονόματι της επιβίωσης.
Κάθε «κόψιμο» όμως και μία άρνηση. Της ζωής. Του εαυτού μας.
Ίσως τελικά η «επιβίωση» να πλησιάζει πιο πολύ στο θάνατο...
Σαν τον λεπρό στη φυλακή: δραπετεύουμε σιγά-σιγά…

Δευτέρα, Νοεμβρίου 27, 2006

Κουτσά όνειρα











Δεν γίνεται τίποτα.
Όλα είναι προδεδικασμένα.
Στο νου μας πρώτα. Μετά στην ύλη.
Σ’ αυτό που λέμε πραγματικότητα...

Τα όνειρά μας είναι κουτσά, γι’ αυτό…
Πού να πάνε;
Δεν έχουν τη δύναμη των νιάτων μας.
Μίζερα… λειψά…

Πού να πάνε τα καημένα χωρίς πίστη;

Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006

Σκόρπιες σκέψεις


Φύση
Η αντίσταση είναι θυσία για τους άλλους…
Εσύ δεν βγαίνεις ποτέ κερδισμένος.
Ή ποντάρεις στις απολαβές της αιώνιας ζωής.

Το θέμα είναι πιο απλό νομίζω:
Είμαστε έτσι ή αλλιώς. Είναι τυχαίο.
Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό…

Πρέπει μάλλον να αποδεχόμαστε τη φύση μας…
…και την φύση των άλλων…



Αφαίρεση

To be or not to be? This is the question…

Φύση ή Τέχνη; Θεός ή Άνθρωπος;

Βάζεις… Βγάζεις…
Σύνθεση άραγε υπάρχει;

Ή μήπως ο ύστατος στόχος είναι να ξαναγίνουμε παιδιά;




Χρήμα και Έρως






Ο άνθρωπος είναι ζώον σαρκοβόρον…
Τρώει τις σάρκες του…
Και πάντα μένει πεινασμένος…





Φροντίδα



Τα πράγματα χρειάζονται φροντίδα.
Όχι έλεγχο… μονάχα φροντίδα.
Ουσιαστικά απαιτούν τον χρόνο σου…

Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2006

Το πάθος του blogging











Άρχισα να ασχολούμαι με τα blogs τον Απρίλιο, μετά από μία συνέντευξη του Νίκου Δήμου στην τηλεόραση, όπου μίλαγε γι’ αυτά. Επισκέφτηκα φυσικά πρώτα-πρώτα το δικό του, μετά κάποιων άλλων και στις 6/6/’06 αποφάσισα να ανοίξω και το δικό μου.

Πάντα μου άρεσε να γράφω, αλλά για διάφορους λόγους είχα σταματήσει να το κάνω και σκέφτηκα, πως με το blog θα είχα κάποιο κίνητρο. Και όντως. Από τότε έως σήμερα γράφω σχεδόν καθημερινά. Απ’ αυτήν την άποψη λοιπόν ο σκοπός επετεύχθη.

Το πρόβλημα είναι, πως σιγά-σιγά άρχισα να ασχολούμαι σχεδόν αποκλειστικά με αυτό και τους ανθρώπους που το περιέβαλαν. Κάτι σαν έμμονη ιδέα. Αυτή η κατάσταση, όσο περνάει ο καιρός, μάλλον χειροτερεύει. Έχω αρχίσει να βαριέμαι τους πραγματικούς μου φίλους, όταν τους βλέπω σκέπτομαι το δίκτυο και μιλάω γι’ αυτό, έχω φτάσει στο σημείο να ακυρώνω συναντήσεις.

Έχω αμελήσει εντελώς τις δουλειές μου, τον άνθρωπό μου, ακόμα και τον ίδιο μου τον εαυτό. Τρώω βλακείες, πίνω και καπνίζω μπροστά σε μια οθόνη και περιμένω κάτι, που προφανώς ποτέ δεν θα ‘ρθεί. Μην με ρωτήσετε τι, δεν έχω ιδέα. Ίσως τον πρίγκιπα των παραμυθιών… ίσως την εύρεση του Ιερού Δισκοπότηρου… ίσως πάλι περιμένω η synas να εξαφανίσει την πραγματική υπόστασή μου, να εξαϋλωθώ, να μπω μέσα στο Δίκτυο και να κινούμαι ανάμεσα σε καλώδια και PC αγνώστων…

Μοναχική πορεία το blogging και παραπλανητική. Υποκαθιστά με ύπουλο και υπόγειο τρόπο την πραγματική σου ζωή με μια ζωή φτωχότερη και ψεύτικη. Σχεδόν σε αλλοτριώνει. Ή τουλάχιστον σε αλλάζει. Παθαίνεις μια εσωστρέφεια κι ένα συναισθηματικό μπλο(γ)κάρισμα.

Γιατί όλα αυτά; Ειλικρινά δεν ξέρω. Ίσως επειδή είμαστε φτιαγμένοι για να κινούμαστε, να είμαστε ενιαίοι ψυχή τε και σώματι και ο διαχωρισμός αυτός επιφέρει μια κάποια σύγχυση μέσα μας, που αντανακλάται και έξω μας.

Εν πάση περιπτώσει, έχει αρχίσει να με ενοχλεί η κατάσταση και προσπαθώ να βρω έναν τρόπο να επιστρέψω στην πραγματικότητα. Μία σκέψη ήταν να σταματήσω εντελώς να ασχολούμαι, αλλά επειδή τώρα τελευταία κάνω πολλά «ανάπηρα Ctrl» και δεν καταφέρνω τίποτα, μάλλον θα κάνω το εξής: θα γράφω όποτε μου έρχεται και θα τα εκδίδω μια φορά την εβδομάδα. Θα παραμείνει δηλαδή το blogging στη ζωή μου, αλλά στο μέτρο που του αρμόζει. Άλλη μια πτυχή της κανονικής μου ζωής και όχι υποκατάστατο αυτής.

Λοιπόν, καλοί μου φίλοι, από ‘δώ και πέρα θα τα λέμε σπανιότερα. Και προτείνω σε όσους τυχόν την έχουν πατήσει σαν κι εμένα, να πάρουν κι αυτοί τα μέτρα τους, πριν να είναι πολύ αργά. Το blogging είναι ο νέος εθισμός, το νέο καταστροφικό πάθος της εποχής. Και πολύ επικίνδυνο, γιατί κανείς δεν σε προειδοποιεί, περί τίνος πρόκειται. Προσωπικώς αρχίζω αποτοξίνωση. Για να δούμε: θα τα καταφέρω;

Σας φιλώ όλους και σας εύχομαι να είστε καλά στη ζωή σας, παρέα με τους σάρκινους αγαπημένους και φίλους σας, που σας αγαπούν πραγματικά και ενδιαφέρονται ειλικρινά για εσάς. Εσάς τους ίδιους, τους ανθρώπους, και όχι τις διαδικτυακές περσόνες σας.

Καλή τύχη σε όλους μας!

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006

Καψούρα και Σκυλάδικα












Τα σκυλάδικα είναι ένα είδος τραγουδιού πολύ διαδεδομένο -ως γνωστόν- στην Ελλάδα και τους απανταχού Έλληνες (και όχι μόνον). Ακουμπά την ψυχή πολλών, τους κάνει να κλαίνε, να χτυπιούνται, να χορεύουν… Είναι η συντροφιά τους στα μεθύσια, στις αναπολήσεις, στα ξεφαντώματα και ΚΥΡΙΩΣ… στις ανεκπλήρωτες καψούρες.

Τα σκυλάδικα είναι ως επί το πλείστον καψουροτράγουδα και απευθύνονται σε καψούρηδες. Να μου πείτε, όλη η Ελλάδα είναι καψούρα; Ε, ή είναι ή ήταν ή ελπίζει να γίνει…

Βαλκάνια, Εγγύς Ανατολή και πέριξ: ο τόπος της αιώνιας καψούρας και των αμανεδοτσιφτέτελων…

Θα μου πείτε «Ε και; Τι έγινε;» Τίποτα δεν έγινε. Απλώς τα σκυλάδικα είναι μάλλον κατώτερο είδος μουσικής και είναι κρίμα να αναλώνονται σ’ αυτά άνθρωποι μορφωμένοι, καλλιεργημένοι, ευαίσθητοι. Και μην βιαστείτε να μου πείτε, πως δεν είναι έτσι. Γιατί έτσι είναι. Στην Ελλάδα οι περισσότεροι ακούνε από καιρού εις καιρόν σκυλάδικα.

Κι εγώ, που τώρα τα κατηγορώ, τα έχω ακούσει κατά κόρον. Ειδικά τα μινόρε, τα θλιμμένα… Αλλά και πολλά ματζόρε, τα έχω χορέψει –πολλές φορές υποχρεωτικά, είναι κι αυτοί οι γάμοι… Έχω υπάρξει κι εγώ πολλάκις καψούρα… όχι, θα ξέφευγα…

Όμως, κρίμα… Υπάρχουν τόσες όμορφες μουσικές να κλάψεις τις χαμένες σου αγάπες… να ονειρευτείς… να νοσταλγήσεις…

Γιατί υποβιβάζουμε όλα μας τα συναισθήματα σε πέντε νότες;
Σε τετριμμένους στίχους;

Γιατί κάνουμε τον έρωτα καψούρα;
Τα βιώματα μας πατημένα γαρύφαλλα;
Την ψυχή μας σκοτεινό, ντουμανιασμένο καταγώγι;

Και τη ζωή μας μια γλιστερή πίστα σκυλάδικου για μεθυσμένους;

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

Ψωνάρες




Είναι μία blogger, τόσο-μα τόσο ψωνάρα, που ειλικρινά δεν μπορώ να το πιστέψω. Γράφει συνεχώς πόσο όμορφη είναι, πόσο ευφυής, πόσο εκλεπτυσμένη, πόσο σπάνια…

Μα είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν, ένας άνθρωπος να μην έχει ίχνος συστολής;

Ας αφήσουμε τα περί γνώθι σ’ εαυτόν και τα τοιαύτα, γιατί αυτά λείπουν σχεδόν απ’ όλους μας.

Ας αφήσουμε και επονομαζόμενες «αρετές», όπως μετριοφροσύνη και ταπεινότητα, γιατί θα αντιδράσουν και θα επιχειρηματολογήσουν οι Νιτσεϊκοί.

Ας αφήσουμε κι εκείνην τη θηλυκή ιδιότητα, που περιφραστικά λέγεται «άσε τους άλλους να σε ανακαλύψουν».

Ας αφήσουμε ακόμα και το φόβο, ότι προκαλείς τους άλλους και τους δίνεις πάτημα να σε προσβάλουν ανεπανόρθωτα.

Μιλάω για μια απλή, υποτυπώδη συστολή. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι τόσο ξιπασμένος και να μη νοιώθει ίχνος ντροπής γι’ αυτό;

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006

Σχολικές αναμνήσεις


Νυστάζω, βαριέμαι, κρυώνω.

Αυτό ήταν το τρίπτυχο της σκέψης μου, όταν περίμενα στις 6.30 το πρωί το σχολικό. Μέσα στη νύχτα ακόμη. Λιγοστός κόσμος κυκλοφορούσε. Με το που έστριβα στη γωνία, κάθε μέρα, ερχόταν ένα τσούρμο σκυλιά και με συνόδευε ως την άλλη γωνία, που ήταν η λεωφόρος. Καθόμουν σ’ ένα πεζούλι και περίμενα κι οι σκύλοι έκαναν έναν κύκλο γύρο μου, κάθονταν και με κοιτούσαν, σα να με φύλαγαν. Bodyguards.

Στις τελευταίες τάξεις, είχα αρχίσει να καπνίζω και με το που καθόμουν, άναβα ένα τσιγάρο -με σπίρτα- και θαρρούσα πως με ζέσταινε. Ωραία γεύση είχε ακόμα τότε το τσιγάρο… Καμιά φορά τυχαίνει να μου ξανάρχεται στο στόμα η ανάμνηση από τις πρώτες τζούρες της ζωής μου, σχεδόν ηδονικές, ήταν όλα καινούρια… Φορούσα γαντάκια για το πρωινό κρύο και μ’ ενοχλούσαν. Έβγαζα το ένα γάντι για να απολαμβάνω το τσιγάρο καλύτερα, κι ας έτρεμε το χέρι κάθε φορά που το ‘φερνα στο στόμα.

Στο σχολικό πάντα κοιμόμουν. Πάνω από μια ώρα ήταν η διαδρομή. Στο δρόμο άρχιζε να χαράζει. Όλα τα χρόνια της σχολικής μου ζωής -μα όλα τα χρόνια- έκαναν έργα στην Κηφισίας. Και το σχολικό κολλούσε στην κίνηση, σε ένα απίστευτο μποτιλιάρισμα. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα.

Αν προλάβαινα έκανα κι ένα τσιγαράκι στην τουαλέτα, πριν την πρώτη ώρα. Οι τουαλέτες μύριζαν σαν τεκέδες και στους τοίχους τους έγραφαν στιχάκια. Μας έβριζαν για το κάπνισμα: «Εμείς χέζουμε στα τασάκια σας; Εσείς γιατί καπνίζετε στις τουαλέτες μας;» Παλιοφλώροι του κερατά. Που μου μάθατε να γράφετε και στους τοίχους. Αυτό πρέπει να αποτέλεσε την ύστατη «επαναστατική» κίνηση της ζωής σας.

Κουδούνι, έρχομαι να σας απολαύσω να γλείφετε τώρα τους ψωνισμένους καθηγητές. Χρόνια αργότερα, έμαθα πως σας έκαναν και ιδιαίτερα, ώστε να σας ανεβάζουν τους βαθμούς στην τάξη. Μετρούσε το απολυτήριο, βλέπεις… Κι όλο απορούσα… Μα αφού δεν…; Λαμόγια από την κούνια.

Κι οι μπαμπάδες σας δεν είχαν ποτέ ένα γνωστό επάγγελμα, δικηγόρος, γιατρός, αρχιτέκτονας... Οι απαντήσεις σ’ αυτήν την ερώτηση ήτανε πάντα άκρως αόριστες. Αργότερα έμαθα και γι’ αυτά τα επαγγέλματα. Μεσάζοντες, σύμβουλοι, παράγοντες…

Ξεπετάχτηκαν τότε και ονόματα, έγιναν γνωστά, οι μπαμπάδες έγιναν φίρμες. Δημόσια έργα, τσιμέντα, όπλα, μιράζ, μήντια, ποδοσφαιρικοί πάγκοι. Κι η Εκάλη γέμισε ξαφνικά κόσμο.

Ήταν η περίφημη δεκαετία του ’80…

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

Τι να τα κάνεις τα λεφτά, άμα δεν έχεις μία;















Επενδύουμε, επενδύουμε, επενδύουμε… στο μέλλον…
Και το παρόν εξανεμίζεται.
Και το μέλλον γίνεται παρόν, και το παρόν παρελθόν.
Και τελικά, το μόνο που μας μένει είναι το παρελθόν.
Και μια πικρία…

Τα λεφτά πρέπει να τρώγονται ζεστά.
Οι αγάπες καυτές.
Και η ζωή σήμερα. Τώρα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι παγίδες του Χρόνου, του Κρόνου, που τρώει τα παιδιά του.
Ένα ακόμα βήμα χαμένο απ’ τη ζωή. Ένα ακόμα βήμα προς τον θάνατο…

Σπάστε τα ρολόγια! Mort pour la mort!

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

Μικρό Διήγημα σε Συνέχειες (3)


Ο Γευσιγνώστης



Ήταν κάποτε ένας τύπος, που τυχαία γεγονότα της ζωής του τον οδήγησαν να κάνει το επάγγελμα του γευσιγνώστη. Δεν ήταν, πως απολάμβανε τόσο τα φαγητά και τα γλυκά, όσο τον γοήτευε η μυρωδιά τους, η όψη τους και πάνω απ’ όλα η προετοιμασία τους.

Τρελαινόταν να χώνεται στις κουζίνες των εστιατορίων και να χαζεύει τους μάγειρες και τους σεφ να κόβουν με γρηγοράδα τα διάφορα ζαρζαβατικά και τα κρέατα, να λιώνουν μυρωδικά και μπαχαρικά στο γουδί, να σβήνουν τις σάλτσες με κρασιά και λικέρ κι αυτές να τσιτσιρίζουν στο τηγάνι. Κι ο ίδιος να δοκιμάζει κάθε τόσο από κάτι, να παρακολουθεί την πορεία από το ωμό στο ψημένο, από τα συστατικά στο γευστικό αποτέλεσμα του συνόλου.

Κάποια στιγμή λοιπόν, γοητευμένος απ’ όλη αυτή τη διαδικασία, αποφάσισε ν’ ανοίξει δικό του ρεστοράν. Διάλεξε ένα όμορφο μαγαζί, πήρε έναν απ’ τους καλύτερους σεφ, που είχε γνωρίσει στα χρόνια της δουλειάς του ως γευσιγνώστης κι έστησε μια από τις πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις της πόλης. Ο ίδιος φρόντιζε προσωπικώς, ώστε όλα να είναι καλοβαλμένα, καθαρά και περιποιημένα. Και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν…

Τα χρόνια περνούσαν, το ρεστοράν ανθούσε, ο γευσιγνώστης πλούτιζε. Όμως πάντα ένοιωθε πως κάτι λείπει από το μαγαζί του, πως κάτι έπρεπε να κάνει ακόμα. Καθώς ο ίδιος είχε αρχίσει να μεγαλώνει και να κουράζεται, δεν φρόντιζε τόσο πολύ τα πράγματα πια, τα είχε αφήσει να τα αναλάβουν οι διάφοροι υπάλληλοί του, όμως κι αυτοί τα πήγαιναν μια χαρά από μόνοι τους. Όλα δούλευαν ρολόι.

Μια μέρα ο γευσιγνώστης αποφάσισε να μην πάρει τ’ αυτοκίνητό του να πάει από το σπίτι του στο μαγαζί, έτσι για αλλαγή, να περπατήσει και λίγο. Καλό θα του έκανε. Έτσι όπως βάδιζε λοιπόν, περνώντας από ένα στενό δρομάκι και μπροστά από έναν κηπάκο, τον χτύπησε στη μύτη μια πολύ περίεργη μυρωδιά. Γνωστή μυρωδιά, αλλά τόσο έντονη, που τον έκανε με μιας να αναζητήσει την πηγή της.

Ακολουθώντας την όσφρησή του, πέρασε την πορτούλα του κηπάκου και κατευθύνθηκε προς την παλιά μονοκατοικία, που κρυβόταν πίσω από τα δέντρα, τους κισσούς, και τα αγριόχορτα του παραμελημένου κήπου, που είχαν γίνει κι αυτά ψηλά σαν μικρά δεντράκια. Με έκπληξη είδε, πως εκεί πίσω κρυβόταν ένα μικρό εστιατόριο, μαγεριό θα το έλεγες. Και η μυρωδιά, αυτή η τόσο γνωστή, γλυκόπικρη μυρωδιά, δεν ήταν άλλη από τη μυρωδιά της κανέλας.


Άρωμα κανέλας
Έσπρωξε την πόρτα, που άνοιξε με δυσκολία και τρίζοντας -προφανώς απ’ τα χρόνια και την έλλειψη μιας κάποιας δέουσας συντήρησης. Δεν είδε κανέναν και χώθηκε απρόσκλητος στην κουζίνα. Τα πάντα ανέδιδαν μια αίσθηση παλιού, παρακμής, εγκατάλειψης. Προσπαθώντας να διακρίνει κάτι πίσω από τους ατμούς και τις κατσαρόλες, ανακάλυψε τελικά στο βάθος μια ηλικιωμένη γυναίκα που μαγείρευε. Πλησιάζοντας λίγο περισσότερο, την είδε να ρίχνει κάτι σε μια κατσαρόλα. Κοίταξε καλύτερα. Η γυναίκα έριχνε με πάθος στο φαγητό –τι άλλο;- κανέλα. Πολλή κανέλα!

Δεν πήρε χαμπάρι την παρουσία του, έτσι βγήκε κι εκείνος απ’ την κουζίνα αθόρυβα, όπως μπήκε. Αποφάσισε όμως, ότι δεν πειράζει ν’ αργήσει μια μέρα στο μαγαζί, δεν έκανε πια και κανένα κακό. Ήταν περίεργος να δοκιμάσει και πάλι ένα φαγητό άλλο, ένα φαγητό που του είχε σπάσει τη μύτη η γλυκόπικρη μυρωδιά του. Ένα φαγητό φτιαγμένο από μια ξένη γυναίκα, σε ένα παράξενο μέρος, που του είχε μετά από χρόνια εξάψει την φαντασία. Κάθισε λοιπόν σε ένα απ’ τα τραπεζάκια και περίμενε υπομονετικά.

Μετά από αρκετή ώρα, η γυναίκα βγήκε απ’ την κουζίνα και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει την έκπληξη της, που είδε πελάτη στο μαγαζί. Έτρεξε κοντά του, τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ρώτησε, αν θα ήθελε κάτι να πιει. Εκείνος απάντησε, πως όχι, ήθελε μόνο να δοκιμάσει από ‘κείνο το φαγητό, που μοσχοβολούσε κανέλα. «Μα σε όλα μας τα φαγητά βάζουμε κανέλα!» απάντησε με στόμφο η ηλικιωμένη γυναίκα, «δεν είδατε την πινακίδα απ’ έξω; Άρωμα Κανέλας!»

Η αλήθεια ήταν, πως δεν είχε προσέξει καμία πινακίδα μες στα φυτά και τη μούχλα του τοίχου. Της ζήτησε τότε να του φέρει, ό,τι εκείνη θεωρούσε, πως φτιάχνει καλύτερα και μετά από λίγη ώρα γευόταν ένα υπέροχο κοκκινιστό κρέας -τίγκα στην κανέλα- συνοδευόμενο από πατάτες φούρνου -επίσης τίγκα στην κανέλα. Αυτό τον ξένισε λίγο στην αρχή, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να συνηθίζει την παράξενη συνταγή και μάλιστα να την απολαμβάνει. Μόλις τελείωσε το γεύμα του, θέλησε να δοκιμάσει και κάποιο επιδόρπιο και η γλυκιά γυναίκα του έφερε ένα ρυζόγαλο με πολλή-πολλή κανέλα. Αυτό του το κέρασε κιόλας.

Ο γευσιγνώστης έφυγε απ’ το μαγαζί με την γλυκόπικρη γεύση της περισσής κανέλας στο στόμα. Του έμεινε αυτή η αίσθηση όλη τη μέρα και όταν πια νύχτωσε και έπεσε για ύπνο, το μυαλό του συνέχισε να περιπλανάται κάπου ανάμεσα στον κήπο και την κουζίνα αυτής της μυστήριας γυναίκας. Στο όνειρό του μάλιστα είδε τον εαυτό του να τριγυρνάει ανάμεσα σε βουνά κανέλας, να κυλιέται πάνω της, να βυθίζεται μέσα της… Ένοιωθε σχεδόν ηδονή…


Η Γνωριμία
«Τι περίεργο», μονολόγησε το άλλο πρωί, γλείφοντας από τα χείλη του φανταστικά ίχνη κανέλας. Έπλυνε το πρόσωπό του, ξυρίστηκε και πήγε για τις καθημερινές προμήθειες του μαγαζιού. Για μια ολόκληρη ημέρα ξέχασε την ύπαρξη του παράξενου μέρους. Την επόμενη, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, ασυναίσθητα έστριψε στο στενό δρομάκι κι έριξε μία γρήγορη ματιά προς τα ‘κεί. Όμως όχι. Έδειχνε κλειστό. Κάπως απογοητευμένος συνέχισε το δρόμο του…

Αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Η διαδρομή του περνούσε πια καθημερινά μπροστά από το μαγεριό. Και πάντα το έβρισκε κλειστό. Κάποια ανεπαίσθητα σημάδια έδειχναν όμως, πως και κάποιος άλλος περνούσε από ‘κεί: Ξεδιπλωμένο το λάστιχο του ποτίσματος, ένας άδειος τενεκές λάδι, αφημένος πρόσφατα δίπλα στο πορτάκι του κήπου…

Μετά από δυο βδομάδες περίπου, μια ριπή ανέμου έφερε μαζί της τη μαγική μυρωδιά μέσα απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου του. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρηγορότερα κι ο γευσιγνώστης βρέθηκε να παρκάρει ξαφνικά μπροστά απ’ το απέναντι σπίτι και να σπρώχνει πάλι με δύναμη την παλιά πόρτα…

Την ώρα, που τον σέρβιρε η γυναίκα, άκουσε τον εαυτό του να λέει: «Θα θέλατε να μου κάνετε λίγη παρέα; Συνάδελφος είμαι κι εγώ. Το «La Simplicité» εδώ πιο κάτω, αν έχετε υπ’ όψιν σας…” Εκείνη δέχτηκε διστακτικά, φέρνοντας μαζί της και μια καράφα μαυροδάφνη. Την έλεγαν Μαρία, τον έλεγαν Αλκαίο (συχνά τον συνέδεαν με το λυρικό ποιητή της αρχαιότητας, μα φευ! αυτός ήταν τόσο πεζός...) Η Μαρία δεν το σχολίασε, ήταν σχεδόν όλη την ώρα αμίλητη. Ο Αλκαίος με κάποια έκπληξη διαπίστωσε, πως δεν ήταν τελικά και τόσο ηλικιωμένη: ίσως μερικά χρόνια μεγαλύτερη από τον ίδιο. Μια περιρρέουσα θλίψη προσέθετε χρόνια στην αύρα της και ξεγελούσε το μάτι από μακριά.

Ήταν ήσυχα πολύ. Ένα ραδιόφωνο στην κουζίνα έπαιζε ανδαλουσιάνικα ταγκό από γρατζουνισμένους δίσκους. Μια απόκοσμη νοσταλγία αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα. «Και το Άρωμα Κανέλας;» την ρώτησε διακριτικά «Σας αρέσει τόσο πολύ η κανέλα;» Τότε η Μαρία –λες και μιλούσε κάποιος άλλος με τη δική της φωνή-, άρχισε να διηγείται μία παράξενη ιστορία, για έναν άντρα, έναν παράφορο έρωτα, μία νύχτα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, που ερωτευμένοι μάσαγαν ξύλα κανέλας (κάποιος τους είχε πει πως είναι αφροδισιακή), και ένα ξύπνημα με τον άντρα νεκρό στο πλάι της, να αναδίδει ακόμα στο χώρο άρωμα κανέλας…

«Ακόμα έτσι θα μυρίζει, είμαι σίγουρη» απεφάνθη στο τέλος της διήγησης «Από τότε έχω συνδυάσει την κανέλα με τον έρωτα και το θάνατο. Ίσως έτσι ήταν από πάντα, ίσως γι’ αυτό να έχει αυτήν τη γλυκόπικρη γεύση. Εγώ βάζω βέβαια πολλή. Θέλω να περνάει η γλύκα από τον ουρανίσκο, αλλά στο τέλος να μένει σε όλους η πικρίλα… όπως έμεινε και σε μένα…»

Είναι κι αυτό μια μορφή έκφρασης, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Αλκαίος. Μία τέχνη…
Συνεχίζεται...


Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006

Συνειδητοποίηση

Είναι κάτι στιγμές, που χτυπάνε φλέβα. Που κάνουν κλικ μες στο μυαλό σου και όλα ξεκαθαρίζουν. Που επιτέλους καταλαβαίνεις. Είναι περίεργο. Μπορεί να είσαι καθηλωμένος σ' ένα σημείο χρόνια. Και άξαφνα να δεις. Πίσω από τις λέξεις και τα σημάδια. Το νόημα των πραγμάτων. Η αλήθεια σε χτυπάει κατακούτελα. Μπορεί να είναι πικρή, μπορεί να φωτίσει άνυδρο τοπίο. Όμως κάπου είναι και λυτρωτική. Όλα με μιας μπαίνουν στην θέση, που τους αρμόζει. Μπορείς πια να προχωρήσεις…

Κλιμάκωση
















Έτσι πάει; Τι λέτε; Πάει κι έτσι, πάει κι αλλιώς;
Έχετε ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο επίπεδο; Φοβάστε κάποιο άλλο;

Σε συμπαθώ

Σε πάω, Σε γουστάρω

Σε σκέπτομαι

Σε ποθώ, Σε θέλω

Είμαι τρελαμένος μαζί σου

Ποιοτική αλλαγή:

Είμαι ερωτευμένος μαζί σου

Σ’ αγαπάω, Σ’ αγαπώ

Σε λατρεύω

Σε έχω ανάγκη, Σε χρειάζομαι

Είσαι η ζωή μου

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

Αμφιβολίες













Καθόμουν τη νύχτα και σκεπτόμουν περίεργα πράγματα:

Ίσως, λέει, τα προβλήματά μας να μην είναι τα σημαντικότερα της ανθρωπότητας
κι εμείς να μην είμαστε οι καλύτεροι άνθρωποι του κόσμου.

Ενδέχεται, λέει, να μην έχουμε πάντα δίκιο
κι οι σκέψεις μας ενίοτε να μην είναι απόλυτα σωστές.

Μπορεί κιόλας, λέει, σε μερικές περιπτώσεις να γινόμαστε ακόμα κι εμείς εγωιστές!

Το πήγα ακόμα πιο μακριά με τις πιθανότητες. Άρχισα να φοβάμαι.
Μήπως τελικά ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω από το άτομό μας;

Λέτε –Χριστέ μου και Παναγία μου!- το σύμπαν να μην συνωμοτεί ολόκληρο για να εκπληρωθούν τα όνειρά μας;

Αλλόκοτες σκέψεις… Πρέπει να τις αποδιώξω πάραυτα…
Σε λίγο θ’ αρχίσω ν’ αμφιβάλλω ακόμα και για τον ίδιο μου τον εαυτό!

Τρίτη, Νοεμβρίου 07, 2006

Λόγια

Το μυαλό μου είναι γεμάτο λόγια.
Λόγια, λόγια, λόγια…
Παίρνουν μορφές
Γίνονται σκέψη, γραφή, ομιλία.
Έτσι ξέρω να εκφράζομαι: με λόγια.

Κι όταν ακόμα σου δίνω ένα φιλί,
Μια αγκαλιά, ένα χάδι,
Κάτι σου λέω…

Και θέλω ν’ ακούω λόγια.
Το ξέρω, πως μπορεί να είναι και ψευδή,
Υπερβολές ή «λόγια».
Όμως θέλω να τ’ ακούω.

Δεν μ’ αρέσει η σιωπή…
Δεν έχω μάθει να την ερμηνεύω…

Ελαχιστοποίηση

Μόλις πας να κάνεις ένα βήμα,
κάτι καλό για 'σένα,
να πάψεις λίγο να είσαι αυτοκαταστροφικός
Έρχονται να παίξουν οι άλλοι το ρόλο του καταλύτη
στην εύθραυστη ζωή σου.
Το ρόλο του «Κακού».
Ε, ίσως είναι προτιμότερο
να παίζεις μόνος σου αυτόν το ρόλο.
Άσε τους άλλους καλύτερα να σε υποτιμούν,
παρά να σε ζηλεύουν.
Είναι η γνωστή θεωρία
των Χαμηλών Τόνων.

(Δεν είναι συμβουλή, είναι μόνο ένας ακόμη τρόπος να επιζήσει κανείς…)

Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2006

Πίστη


Ήταν μια φορά ένα κοριτσάκι, που πίστευε στη ζωή, πίστευε στους ανθρώπους, πίστευε στην αγάπη, πίστευε στη φιλία. Όλα την πρόδωσαν πολλάκις, όπως γίνεται πάντα.

Όμως ποτέ δεν έπαψε να πιστεύει.
Κι ας έλεγε συνέχεια, πως δεν πιστεύει σε τίποτα.

Ίσως τελικά, όταν πιστεύεις στη δυνατότητα ύπαρξης των πάντων, είναι σα να μην πιστεύεις σε τίποτα…

Από ‘κεί και πέρα πορεύεσαι περισσότερο με την αίσθηση, που σου δίνουν τα πράγματα, παρά με την αντικειμενική τους «αλήθεια».


Έτσι κι αλλιώς όλα περνούν απ’ την ύπαρξη στην ανυπαρξία και αντιστρόφως.
Είναι δηλαδή και θέμα timing…

Κι η πίστη -υπ’ αυτήν την έννοια- θέμα απόφασης…
Μπορείς να πιστέψεις και να αφεθείς εν γνώσει σου στο εφήμερο;

Η πίστη στο αέναο είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας…
δεν επιτυγχάνεται με κόλπα της σκέψης…

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

Μεταμόρφωση










Αλλάζει ποτέ η φύση των πραγμάτων;
Μπορείς να γίνεις κάτι άλλο, αν δεν πεθάνεις και ξαναγεννηθείς;
Η κάμπια κι η πεταλούδα είν’ άραγε το ίδιο πράγμα;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 03, 2006

Αλλαγή

















Στη ζωή πέφτουμε πολύ συχνά σε φαύλους κύκλους.
Ο φαύλος κύκλος τρέφεται απ’ τις επαναλαμβανόμενες, αυτοματοποιημένες κινήσεις, σκέψεις, συμπεριφορές.
Διαλέγουμε λοιπόν μια απ’ αυτές και της αλλάζουμε την Παναγία.
Έστω και φαινομενικά άσχετη απ’ τα προβλήματά μας.
Κάτι απλό, καθημερινό.
Ο φαύλος κύκλος έτσι σπάει σε ένα σημείο, διαρρηγνύεται.

Κάπως έτσι αρχίζουν -ως δια μαγείας- ν’ αλλάζουν σιγά-σιγά όλα.
Και μαζί τους αλλάζεις κι εσύ…


Ή αλλιώς: φτιάχνουμε με το ψαλίδι μια ακρούλα στο κουβάρι.
Πώς αλλιώς να το ξεμπερδέψεις;

Αν ποτέ καταφέρεις να ξεμπερδέψεις ολόκληρο το κουβάρι, δένεις την ακρούλα, που έχεις κόψει… Τι πειράζει ένα μικρό κομπάκι; Θα μείνει για πάντα η σφραγίδα της αλλαγής. Να σου θυμίζει πού ήσουν και πού έφτασες…

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

Συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης












Δύσκολο πράγμα να συζητάς με κάποιον. Άλλα λέει ο ένας, άλλα καταλαβαίνει ο άλλος… Άλλα πράγματα έχει ο καθένας στην κεφαλή του, άλλες εμπειρίες, άλλες δυνατότητες… Μπαίνουν και θέματα εγωισμού στη μέση, επιβολής, εντυπώσεων… Χίλια δυο. Πού να συναντηθούν 2 άνθρωποι;

Άσε, άμα συζητούν περισσότεροι… Το απόλυτο χάος. Ο καθένας στην κοσμάρα του, αναλύει μεγαλοφώνως ό,τι έχει καταλάβει ο ίδιος σε τούτη την άχαρη ζωή, που όλοι βρεθήκαμε. Κανείς δεν ακούει κανέναν. Όλοι έχουν απλώς δεχτεί τη σύμβαση να αφήνουν λίγο χρόνο στους άλλους για να μην δείξουν, πως τους έχουν εντελώς γραμμένους. Και εκμεταλλεύονται αυτό το χρονικό διάστημα για να σκεφτούν τι θα πουν οι ίδιοι παρακάτω.

Στη διάρκεια βέβαια, όταν μια κουβέντα τραβάει, αρχίζουν να μην σέβονται ούτε αυτόν τον ελάχιστο κανόνα δεοντολογίας και επιπλέον αρχίζουν όλοι να ανεβάζουν τον τόνο της φωνής, με την ελπίδα ότι θα σκεπάσουν τις υπόλοιπες φωνές και θα πείσουν για τις μεγαλειώδεις και απολύτως αληθινές απόψεις τους.

Πάντα φυσικά υπάρχουν και κάποιοι καημένοι, που νοιώθουν το άσκοπον αυτής της διαδικασίας και λουφάζουν στη γωνία τους, αρνούμενοι να συμμετάσχουν σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου. Αυτοί θεωρούνται συνήθως απ’ όλους τους υπόλοιπους «έξυπνους» ανενημέρωτοι, χωρίς άποψη, μη σκεπτόμενοι.

Είναι οι βαρετοί της παρέας. Οι οποίοι όμως συνήθως είναι αυτοί που κάνουν τα πιο σημαντικά πράγματα για να κυλήσει όμορφα μια βραδιά: μαγειρεύουν, βάζουν ποτά, μουσική, αδειάζουν τα τασάκια…

Τελικά οι σιωπηλοί τύποι είναι μάλλον οι πιο χρήσιμοι…

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Πέτρες και Σκόνη



Ήρθε απόψε στον ύπνο μου και με χτύπησε ο θάνατος. Όχι, δεν πέθανε κανείς, μα ήταν ακριβώς το ίδιο.

Με τράνταξε, άνοιξα τα μάτια διάπλατα, σα να είχε διαπεράσει το στήθος μου κοντάρι.

Όχι ο δικός μου ο θάνατος… ο θάνατος της μάνας μου, ο θάνατος αυτών που αγαπάω… ο μελλοντικός θάνατος…

Δεν μπορούσα, δεν ήθελα, ήθελα μονάχα να ξανακοιμηθώ. Πήγα ν’ αποδιώξω τη σκέψη, όπως κάνω πάντα γι’ αυτά τα πράγματα. Γιατί αλλιώς δεν θα ‘χω πια κουράγιο να ζήσω. Θα καταρρακωθώ.

Μα είναι, φαίνεται, παλιός ο τρόπος μου αυτός. Της άρνησης. Κάτι έχει αλλάξει.

Έκλεισα τα μάτια και είδα το σώμα μου να γίνεται πέτρες και σκόνη και να εκσφενδονίζεται στο χάος. Δεν πόναγα, δεν φοβόμουν, δεν λυπόμουν. Απλώς σκεπτόμουν -ένοιωθα μάλλον- πως είμαστε περαστικοί. Πως όπως ήρθαμε, θα φύγουμε. Και πως δεν πειράζει.

Και το μόνο, που ένοιωθα ήταν αγάπη. Όχι το μάταιο, ένοιωθα αγάπη...

Μετά τελείωσε το όραμα αυτό και άνοιξα ξανά τα μάτια. Κι έκλαψα… Είχα γυρίσει πίσω στον παλιό, μικρό, αδύναμο εαυτό μου. Δεν μπορούσα πια να ξανακοιμηθώ, το ήξερα. Σηκώθηκα, έγραψα. Κι έκλαιγα… έκλαιγα… ασταμάτητα…